ΠΟΙΗΤΙΚΗ Τεύχος έβδομο (επιλογές)

ΠΟΙΗΣΗ

T.S. Eliot

Τέσσερα κουαρτέτα: «Burnt Norton»

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ

ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΑ πρίν μερικούς μῆνες τή μετάφραση τῶν Τεσσάρων κουαρτέτων τοῦ Τ.Σ. Ἔλιοτ, ἔργο τό ὁποῖο μέ ἔχει ἀπασχολήσει πάνω ἀπό δύο δεκαετίες. Ἀνέβαλα διαρκῶς νά καταπιαστῶ μαζί του, καθώς ἄλλοι (ἀγαπημένοι) ποιητές, Ἀμερικανοί κυρίως καί μή (Γουίτμαν, Μπλαίηκ, Πάουντ, Στῆβενς, κάμμινγκς, Ἄσμπερυ, Κάρσον, Λόνγκλεϋ), διεκδικοῦσαν τήν προσοχή μου καί δοκίμαζαν τίς μεταφραστικές μου ἀντοχές. Τά χρόνια πέρασαν καί ἡ φωνή τοῦ Ἔλιοτ, πού κάποτε ἔμοιαζε ξένη κι ἀπόμακρη, ἔγινε γνώριμη, οἰκεία, ἀγαπημένη. Αὐτό πού εἶχα ἀρχικά ἐκλάβει ὡς «ψυχρότητα» στήν ποίησή του δέν ἦταν παρά ὁ τρόπος τοῦ Ἔλιοτ νά στοχάζεται σέ βάθος τήν ἀνθρώπινη κατάσταση καί νά ὀργανώνει μέ τρομακτική ἀκρίβεια καί διαύγεια τό ποιητικό του ὑλικό. Στά χρόνια αὐτά καί ἡ δική μου ποίηση πῆρε ἄλλους δρόμους, πιό δύσβατους, καί οἱ ποιητικές μου ἀναζητήσεις μέ ἔφεραν ξανά κοντά του.

Σέ μιά ἐποχή πού τό κυρίαρχο ποιητικό αἴτημα φαίνεται νά εἶναι «τό τίποτα πού λέγεται γιά πρώτη φορά νά μήν ἀξίζει ν’ ἀκουστεῖ δεύτερη», τά Κουαρτέτα μᾶς ὑπενθυμίζουν πόσο δύσκολο εἶναι νά μπορεῖ κανείς νά ἀποτυπώνει στό χαρτί σκέψεις καί συναισθήματα καί νά βρίσκει λέξεις πού νά πλησιάζουν ὅλο καί περισσότερο στή ρίζα τῆς ἀληθινῆς συγκίνησης, τῆς πραγματικῆς ζωῆς. Ὁ Ἔλιοτ θεωροῦσε τά Κουαρτέτα τό κορυφαῖο του ποίημα. Δικαίως. Ἐδῶ παρουσιάζουμε τό πρῶτο Κουαρτέτο, τό «Burnt Norton». Δεῖγμα ἱκανό νά φανερώσει τήν ἰδιοφυΐα τοῦ Ἔλιοτ, τήν αὐθεντικότητα τοῦ βλέμματός του, τήν ποιητική του δεινότητα, τή μοναδική του θέση στήν ἀμερικανική καί τήν εὐρωπαϊκή ποίηση. Τά Κουαρτέτα στό σύνολό τους θά κυκλοφορήσουν ἀπό τίς ἐκδόσεις Πατάκη τόν Σεπτέμβριο, σέ δίγλωσση, σχολιασμένη ἔκδοση.
Χ.Β.

BURNT NORTON

I
Ὁ παρών χρόνος καί ὁ παρελθών χρόνος
εἶναι ἴσως καί ὁ δύο παρόντες στόν μέλλοντα χρόνο,
καί ὁ μέλλων χρόνος περιέχεται στόν παρελθόντα χρόνο.
Ἄν ὅλος ὁ χρόνος εἶναι αἰωνίως παρών
ὅλος ὁ χρόνος δέν μπορεῖ νά πληρωθεῖ.
Ὅ,τι θά μποροῦσε νά συμβεῖ εἶναι μιά ἀφαίρεση
πού παραμένει μιά διαρκής δυνατότητα
μόνο σ’ ἕναν κόσμο ἀπό εἰκασίες.
Ὅ,τι θά μποροῦσε νά συμβεῖ καί ὅ,τι συνέβη
δείχνουν σ’ ἕνα τέλος, πού εἶναι πάντοτε παρόν.
Βήματα ἀντηχοῦν στή μνήμη
στό μονοπάτι πού δέν πήραμε
πρός τήν πόρτα πού ποτέ δέν ἀνοίξαμε
τοῦ κήπου μέ τίς τριανταφυλλιές. Οἱ λέξεις μου ἀντηχοῦν
ἑπομένως, στό μυαλό σου.
Ὅμως γιά ποιό λόγο
νά ταράξει κανείς τή σκόνη στήν κούπα μέ τά ροδόφυλλα
δέν ξέρω.
Ἄλλοι ἀντίλαλοι
κατοικοῦν στόν κῆπο. Θά τούς ἀκολουθήσουμε;
Γρήγορα, εἶπε τό πουλί, βρεῖτε τους, βρεῖτε τους,
ἐδῶ γύρω. Μέσα ἀπό τήν πρώτη πύλη,
στόν πρῶτο μας κόσμο, θ’ ἀκολουθήσουμε
τῆς τσίχλας τήν ἀπάτη; Στόν πρῶτο μας κόσμο.
Βρίσκονταν ἐκεῖ, ἐπιβλητικοί, ἀόρατοι.
Κινοῦνταν ἀβίαστα, πάνω ἀπό τά νεκρά φύλλα,
στή ζέστη τοῦ φθινοπώρου, μέσα ἀπό τόν παλλόμενο ἄνεμο,
καί τό πουλί λάλησε, ἀπαντώντας
στήν ἀνήκουστη μουσική κρυμμένης στούς θάμνους,
καί οἱ ἀθέατες ἀχτίνες τῶν ματιῶν διασταυρώθηκαν, γιατί τά τριαντάφυλλα
εἶχαν τήν ὄψη λουλουδιῶν πού κάποιος τά κοιτάζει.
Βρίσκονταν ἐκεῖ ὡς καλεσμένοι μας, πού τούς δεχόμασταν καί μᾶς δέχονταν.
Ἔτσι κινήσαμε, κι αὐτοί μαζί, μέ τρόπο τελετουργικό,
κατά μῆκος τῆς ἔρημης ἀλέας, στῶν πυξαριῶν τόν κύκλο,
νά δοῦμε τή στραγγισμένη λιμνούλα.
Στεγνή ἡ λιμνούλα, στεγνό τσιμέντο, καφετί στίς ἄκρες,
καί ἡ λιμνούλα γέμισε μέ νερό ἀπό τό φῶς τοῦ ἥλιου,
καί ὁ λωτός ἀναδύθηκε, ἥσυχα, ἥσυχα,
ἡ ἐπιφάνεια ἔλαμψε ἀπό τήν καρδιά τοῦ φωτός,
καί ἐκεῖνοι ἦταν πίσω μας, καθρεφτισμένοι στή λιμνούλα.
Ὕστερα πέρασε ἕνα σύννεφο, κι ἄδειασε ἡ λιμνούλα.
Φύγετε, εἶπε τό πουλί, γιατί οἱ φυλλωσιές ἦταν γεμάτες μέ παιδιά,
μέ ἔξαψη κρυμμένα, τά γέλια συγκρατώντας.
Φύγετε, φύγετε, φύγετε, εἶπε τό πουλί: τό ἀνθρώπινο εἶδος
δέν μπορεῖ ν’ ἀντέξει πολλή πραγματικότητα.
Ὁ παρελθών χρόνος καί ὁ μέλλων χρόνος
ὅ,τι θά μποροῦσε νά εἶχε συμβεῖ καί ὅ,τι συνέβη
δείχνουν σ’ ἕνα τέλος, πού εἶναι πάντοτε παρόν.

II
Σκόρδο καί ζαφείρια στή λάσπη.
Βουλιάζει καί κολλάει τῶν τροχῶν ὁ ἄξονας.
Τό παλλόμενο σύρμα στό αἷμα
τραγουδάει κάτω ἀπό ἀθεράπευτες πληγές
κατευνάζοντας πολέμους ἀπό καιρό ξεχασμένους.
Ὁ χορός κατά μῆκος τῆς ἀρτηρίας
ἡ κυκλοφορία τῆς λύμφης
διαγράφονται στήν τροχιά τῶν ἀστεριῶν.
Ἀνεβαίνοντας νά παραθερίσουμε στό δέντρο
κινούμαστε πάνω ἀπ’ τό κινούμενο δέντρο
σέ φῶς πάνω στό ἀχνογραμμένο φύλλο
κι ἀκοῦμε ἀπό κάτω μας πάνω στό βρεγμένο
χῶμα, τόν χοῖρο καί τό κυνηγόσκυλο
ν’ ἀκολουθοῦν ὅπως καί πρίν τό σχέδιό τους
συμφιλιωμένοι ὅμως ἀνάμεσα στ’ ἀστέρια.

Στό ἀκίνητο σημεῖο, τοῦ κόσμου πού γυρίζει. Οὔτε σάρκα οὔτε μή σάρκα.
Οὔτε ἀπό, οὔτε πρός• στό ἀκίνητο σημεῖο, ἐκεῖ εἶναι ὁ χορός,
ἀλλά οὔτε στάση, οὔτε κίνηση. Καί μήν τό ὀνομάσεις μονιμότητα,
ὅπου συγκλίνουν παρελθόν καί μέλλον. Οὔτε κίνηση ἀπό, οὔτε πρός,
οὔτε ἄνοδος, οὔτε πτώση. Χωρίς τό σημεῖο, τό ἀκίνητο σημεῖο,
δέν θά ὑπῆρχε ὁ χορός, καί ὑπάρχει μόνον ὁ χορός.
Μπορῶ μόνο νά πῶ, ἐκεῖ ἔχουμε βρεθεῖ: ἀλλά δέν μπορῶ νά πῶ ποῦ.
Καί δέν μπορῶ νά πῶ γιά πόσο, γιατί αὐτό σημαίνει νά τό τοποθετήσω στόν χρόνο.
Ἡ ἐσωτερική ἐλευθερία ἀπό τήν πρακτική ἐπιθυμία,
ἡ λύτρωση ἀπό τή δράση καί τόν πόνο, ἡ λύτρωση ἀπό τόν ἐσωτερικό
καί τόν ἐξωτερικό καταναγκασμό, ὡστόσο περιβάλλεται
ἀπό μιά χάρη αἴσθησης, ἕνα λευκό φῶς κινούμενο κι ἀκίνητο,
Erhebung χωρίς κίνηση, συμπύκνωση
χωρίς ἐξάλειψη, ταυτόχρονα ἕνας καινούριος κόσμος
κι ὁ παλιός, γίνεται σαφής, κατανοητός
στήν ὁλοκλήρωση τῆς μερικῆς του ἔκστασης,
τή διάλυση τῆς μερικῆς του φρίκης.
Κι ὅμως τά δεσμά τοῦ παρελθόντος καί τοῦ μέλλοντος
ὑφασμένα μές στήν ἀδυναμία τοῦ σώματος πού ἀλλάζει,
προστατεύουν τήν ἀνθρωπότητα ἀπό τά οὐράνια καί τήν καταδίκη
πού ἡ σάρκα δέν μπορεῖ ν’ ἀντέξει.
Ὁ παρελθών χρόνος καί ὁ μέλλων χρόνος
ἐπιτρέπουν λίγη ἐπίγνωση.
Τό νά ἔχεις ἐπίγνωση σημαίνει νά μή βρίσκεσαι μέσα στόν χρόνο
ἀλλά μόνο μέσα στόν χρόνο μπορεῖ κανείς νά θυμηθεῖ
τή στιγμή στόν κῆπο μέ τά τριαντάφυλλα,
τή στιγμή στήν κληματαριά πού τή χτυπᾶ ἡ βροχή,
τή στιγμή στήν ἀνεμοδαρμένη ἐκκλησία ὅταν ὁ καπνός καταλαγιάζει.
Δεμένος μέ τό παρελθόν καί τό μέλλον
μόνο μέ τόν χρόνο ὁ χρόνος κατακτᾶται.

ΙΙΙ
Ἐδῶ εἶναι τόπος ἀποξένωσης.
Ὁ χρόνος πρίν καί ὁ χρόνος μετά
σέ φῶς ἀμυδρό: οὔτε τό φῶς τῆς μέρας
πού περιβάλλει τή μορφή μέ διαυγή ἀκινησία
μετατρέποντας τή σκιά σέ ἐφήμερη ὀμορφιά
μέ ἀργή περιστροφή πού ὑπαινίσσεται μονιμότητα
οὔτε σκοτάδι πού ἐξαγνίζει τήν ψυχή
ἐξαντλώντας τήν ἡδυπάθεια μέ στέρηση
ἀποκαθαίροντας τό συναίσθημα ἀπό τό πρόσκαιρο.
Οὔτε πληρότητα οὔτε κενότητα. Μόνο μιά ἀναλαμπή
πάνω στά καταπονημένα, βασανισμένα ἀπό τόν χρόνο, πρόσωπα
ἀφηρημένα ἀπό τήν ἀφαίρεση λόγω τῆς ἀφαίρεσης
γεμάτα φαντασιώσεις καί ἀπό νόημα κενά
στομφώδης ἀπάθεια χωρίς συγκέντρωση
ἄνθρωποι καί κουρελόχαρτα, στροβιλισμένα στόν παγωμένο ἄνεμο,
πού φυσάει πρίν καί μετά τόν χρόνο,
ἄνεμος πού μπαινοβγαίνει σέ ἀρρωστημένα πνευμόνια
ὁ χρόνος πρίν καί ὁ χρόνος μετά.
Ρέψιμο φιλάσθενων/νοσηρῶν ψυχῶν
στόν ἐξασθενημένο ἀέρα, οἱ νωθροί
παρασυρμένοι ἀπό τόν ἄνεμο πού σαρώνει τούς μουντούς λόφους τοῦ Λονδίνου.
Χάμστεντ καί Κλέρκενγουελ, Κάμπντεν καί Πάτνεϋ,
Χάιγκεητ, Πρίμροουζ καί Λάντγκεητ. Ὄχι ἐδῶ
ὄχι ἐδῶ τό σκοτάδι, στόν κόσμο αὐτόν πού τιτιβίζει.

Κατέβα χαμηλότερα, κατέβα μόνο
στόν κόσμο τῆς ἀέναης μοναξιᾶς,
κόσμος ὄχι κόσμος, ἀλλά ἐκεῖνο πού δέν εἶναι κόσμος,
ἐσώτερο σκοτάδι, στέρηση
καί ἀπώλεια ὅλης τῆς περιουσίας,
ἀφυδάτωση τοῦ κόσμου τῶν αἰσθήσεων,
ἐκκένωση τοῦ κόσμου τῆς φαντασίας,
ἀδράνεια τοῦ κόσμου τοῦ πνεύματος•
αὐτός εἶναι ἕνας τρόπος, κι ὁ ἄλλος
εἶναι ἴδιος, ὄχι σέ κίνηση
ἀλλά ἀπέχοντας ἀπό κίνηση• ἐνῶ ὁ κόσμος κινεῖται
μέ λαχτάρα, στούς ἀσφαλτοστρωμένους δρόμους
τοῦ παρελθόντος χρόνου καί τοῦ μέλλοντος χρόνου.

IV
Ὁ χρόνος καί ἡ καμπάνα ἔχουν θάψει τή μέρα,
τό μαῦρο σύννεφο μεταφέρει τόν ἥλιο μακριά.
Θά στραφεῖ πρός τό μέρος μας τό ἡλιοτρόπιο, θά λυγίσει πρός τό μέρος μας
ἡ ἀγράμπελη ξεστρατίζοντας, ψαλίδα καί κλαράκι
θά πιαστοῦν καί θά κολλήσουν;
Παγωνιά.
Δάχτυλα τοῦ ἔλατου θά τυλιχτοῦν
πάνω μας; Ἀφοῦ τό φτερό τῆς ἀλκυόνας
ἀποκρίθηκε μέ φῶς στό φῶς, καί σωπαίνει, τό φῶς εἶναι ἀκίνητο
στό ἀκίνητο σημεῖο τοῦ κόσμου πού γυρίζει.

V
Οἱ λέξεις κινοῦνται, ἡ μουσική κινεῖται
μόνο στόν χρόνο• ὅμως μόνο ἐκεῖνο πού ζεῖ
μπορεῖ καί νά πεθάνει. Οἱ λέξεις, μετά τόν λόγο, ἀγγίζουν
τή σιωπή. Μόνο μέ τή μορφή, τό μοτίβο
οἱ λέξεις ἤ ἡ μουσική μποροῦν ν’ ἀγγίξουν
τήν ἀκινησία, ὅπως ἕνα κινέζικο ἀκίνητο βάζο
κινεῖται ἀδιάκοπα μέσα στήν ἀκινησία του.
Ὄχι ἡ ἀκινησία τοῦ βιολιοῦ, ὅσο διαρκεῖ ὁ ἦχος,
ὄχι μόνο ἐκεῖνο, ἀλλά ἡ συνύπαρξη,
ἤ ἄς ποῦμε ὅτι τό τέλος προηγεῖται τῆς ἀρχῆς,
καί τό τέλος καί ἡ ἀρχή βρίσκονταν πάντοτε ἐκεῖ
πρίν ἀπό τήν ἀρχή καί μετά τό τέλος.
Καί ὅλα εἶναι πάντοτε τώρα. Οἱ λέξεις τεντώνονται
ραγίζουν καί κάποτε σπᾶνε, ἀπό τό βάρος τοῦ φορτίου,
ἀπό τήν ἔνταση, γλιστροῦν, παραπατοῦν, σβήνουν,
φθίνουν ἀπό τήν ἀνακρίβεια, δέν μένουν στή θέση τους,
δέν μένουν ἀκίνητες. Φωνές πού στριγκλίζουν
πού ἐπιπλήττουν, χλευάζουν, ἤ ἁπλῶς φλυαροῦν,
πάντοτε καταφέρονται ἐναντίον τους. Ὁ Λόγος στήν ἔρημο
περισσότερο προσβάλλεται ἀπό τίς φωνές τοῦ πειρασμοῦ
τή σκιά πού κλαίει στόν νεκρικό χορό,
τόν δυνατό θρῆνο τῆς ἀπαρηγόρητης χίμαιρας.
Ἡ λεπτομέρεια τοῦ μοτίβου εἶναι κίνηση,
ὅπως στήν εἰκόνα τῶν δέκα σκαλοπατιῶν.
Ἡ ἴδια ἡ ἐπιθυμία εἶναι κίνηση
ὄντας ἡ ἴδια ἀνεπιθύμητη•
ἤ ἴδια ἡ ἀγάπη εἶναι ἀκίνητη,
αἰτία μονάχα καί σκοπός τῆς κίνησης,
ἄχρονη καί χωρίς ἐπιθυμία
παρά μονάχα στήν προοπτική τοῦ χρόνου
παγιδευμένη σέ μιά μορφή περιορισμοῦ
ἀνάμεσα στό μή εἶναι καί τό εἶναι.
Ξαφνικά σέ μιά ἡλιαχτίδα φωτός
κι ἄς κινεῖται ἀκόμη ἡ σκόνη
ξεσπάει τό κρυμμένο χάχανο
τῶν παιδιῶν στίς φυλλωσιές
γρήγορα τώρα, ἐδῶ, τώρα, πάντα –
γελοῖος ὁ χαμένος θλιβερός χρόνος
πού ἁπλώνεται πρίν καί μετά.

Θανάσης Χατζόπουλος

Πρόσωπο μέ τή γῆ

στή Βίκυ

ΔΡΑΜΑ (ΑΝΑΧΑΡΑΖΟΝΤΑΣ ΧΕΙΜΩΝΕΣ)
Ἀχνίζανε τά χώματα, ἄχνιζαν τά νερά
Κι ἡ μέρα σηκωνότανε ἀργά
Πιό κοντά, ἐκεῖ, πιό μακριά, ἐδῶ
Ὄχι μέ ζώων φωνητά, μέ βρυχηθμούς
Ἀλλά μέ μηχανῶν μουγκανητά
Κι ἀνθρώπων βόγκους σέ ἱστορίες
Πού ἀνάδιναν ψυχές, ὅρκιζαν σώματα

Ἀχνίζανε τά χώματα, ἄχνιζαν τά νερά
Ἀπό τό ἄγγιγμά τους μέ τό φῶς
Ἡ ἀγάπη τους ἀχνός ἀναπνοῆς
Ἀνέβαινε στή φύση, καύσης ἀθέατης
Ἀργός καπνός σάν σαλεμένος
Ἀπό τά χρόνια στά ἔγκατα, ἀπ’ τῆς ζωῆς
Τά σιωπηλά, τά ὀρυκτά καί τά κρυμμένα

ΑΜΟΡΓΟΣ (ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ)
Βουνά ἐπάνω σέ βουνά
Στούς πρόποδες ρηχές ἀγκάλες
Καί μέσα ἀπό τά σύννεφα βγαίνει
Τό φῶς σάν ποίμνιο

Μέ κουδουνάκια ὁρίζοντας
Τήν παρουσία τοῦ ἄυλου
Στό συμπαγές τοῦ ὑψωμένου βράχου

Καί μές στήν ἄγρια ὀμορφιά
Μερίδιο, κομμένη ἀναπνοή τῆς ὅρασης,
Ἀπ’ τό αἰώνιο μαζί κι ἀπ’ τό τυχαῖο

ΣΤΟ ΝΕΡΟ (ΚΑΤΩ ΚΟΥΦΟΝΗΣΙ)
Ἴχνη μιᾶς φαντασίας ἀνθρώπινου παράδεισου
Λίγη ἡ σκιά, χωμάτινος ὁ βράχος
Καί τά κατσίκια χαμένα μές στή λαύρα
Ἀπό τά ἴχνη τοῦ σώματός τους
Ἐγκατεσπαρμένα, μονάχα ὁρατά

Ἡ χαλαρότητα τοῦ χρόνου
Πού ἀφήνεται δίχως δεσμά ἐλεύθερος
Νά προχωρᾶ ἄγνωστο ποῦ

Καί ἡ πραότητα τοῦ νοῦ
Πού ἀκολουθεῖ τό σῶμα στά νερά
Ὕπτιος νά λικνίζεται
Κι ἀπό τό ἤπιο φῶς καθώς αἰφνίδια
Χαμηλώνει ἡ μέρα
Νά κρεμιέται

ΕΣΧΑΤΙΕΣ (ΑΥΓΩΝΥΜΑ)
Πέτρες, λιθάρια σέ γητειές
Κι ἡ θέα τοῦ πελάγου
Ἀκίνητη

Σέ χρόνο ἀμνημόνευτο
Τῆς φύσης
Σ’ ἐσχατιές

Πέτρες, πνοές τῆς ἄνοιξης
Κι ἡ θέα τοῦ ἀνθρώπου
Ἀκοίμητη

Στό ὅριό της λαβωμένη
Ἐκεῖ ὅπου τελειώνει
Ὁ ἄνθρωπος

Κι ἀρχίζει μέσα του τό ἀνόργανο
Μιά θέα, μιά ἀντανάκλαση
Ἀπό ψηλά ἡ ψυχή

Μιά πέτρα πού φυτρώνει
Σέ σάρκα στή ραγισματιά της
Ὁ χρόνος χόρτος

ΔΩΔΩΝΗ (ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΑΙΩΝΑΣ)
Ἡ πιό βαθιά ἡσυχία σέ φῶς σκιερό
Κι ὁ θρόος σχεδόν ἕνας λυγμός
Δίχως θόλο, ἕνα ἄγγιγμα
Σάν ἀπό σαύρα πού χάνεται
Μές στήν ἀκινησία στό δρόμο

Κι ὁ λόγος ἕνα ἀποτύπωμα
Στό νοῦ, σάν ἀπό δάχτυλα
Πού κάποτε ἄγγιξαν
Ἐκεῖνο πού δέν ἔπρεπε
Ἐκεῖνο πού δέν μπαίνει στήν ἁφή

Καί μίλησαν ὅπως χρησμός
Γιά κεῖνο πού δέν ξέρουμε
Πώς λέγεται, γιά κεῖνο
Πού δέν λέγεται καί ὅμως
Ὁ τῆς ὑπάρξεώς του λόγος μᾶς κινεῖ

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ (Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΕΝΤΟΛΗΣ)
Ἀχνίζει ἀπό θερμότητα ὁ τόπος
Ὀρθρίζει καί ἡ ἱστορία
Παρακάμπτει αἰῶνες

Μαζί σκαλώνει τό αἷμα
Καί ἀνήλιαγη ἡ ρήση

Κι ἐμεῖς στήν ἐντολή της
Πεθαμένοι
Ἄλλοτε πειθόμενοι
Καί ἄλλοτε ἐφιάλτες

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΕΥΧΗ
Στό βάθος της ἡ στέρνα τῆς πηγῆς
Στρωμένη ἀπό τά χρόνια μέ νομίσματα

Διαθλῶνται οἱ ἐγχάρακτες τῶν ὀβολῶν εἰκόνες μαζί
Μέ τόσα γράμματα, κορόνες, ἐπισήμους, βασιλεῖς

Σημαδιακά συμβάντα, σημεῖα καί ἐμβλήματα
Κοινωνικῆς ζωῆς, δόξες καί θλίψεις, ἱστορήματα

Λαμποκοποῦν τώρα γιά ἕνα δευτερόλεπτο οἱ εὐχές
Καί ἄλλες ἀπό ἄλλες ἐποχές, ἄλλους χειμῶνες

Κατακαθίζουν καί μαυρίζουν στό βυθό
Πνιγμένοι βίοι, πλῆθος ματαιωμένο οἱ ζωές

ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ
Βρομοκοπάει κάτουρο
Κι ἡ ἀγωνία τοῦ οὐρανοῦ φτάνει ὥς ἐδῶ
Διαθλώμενη στίς σκολιές ὁδούς
Τοπωνυμίων

Ἔκπτωτοι σέρνονται
Ἐκεῖ ὅπου πατᾶνε
Σάν γιά ν’ ἁγιάζουν
Ὄχι τά πέλματα, μά ὅ,τι βρέθηκε
Κάτω ἀπ’ τό βάρος τους

Σώματα δηλαδή
Ὅσα τά βάρη κράτησαν καί βάστηξαν
Ἄλλων σωμάτων πάλι –
Ἀπ’ τά ἀνθρώπινα

ΠΑΖΑΡΙ
Περασμένη ὥρα. Ξεστάχιασε καί τό ἀπόγευμα
Σκουπίδια μόνον στό φῶς
Ἀνάμεσα στό ἀντιφέγγισμα τῆς δύσης
Καί στά φανάρια πού μόλις θερμαίνουν τά λαμπιόνια τους
Ἐκεῖνος παλεύοντας τίς ρόδες
Πού χρησιμεύουν του γιά πόδια
Πιλατεύει τό κορμί του στό κάθισμα ἐπάνω
Καί μπροστά ὁρμάει σέ ἀνήφορο μοναδικό

Πεθαμένη κι ἡ ὥρα. Πλάι στά σκουπίδια
Πού ὁ δρόμος περιθάλπει ἀντί γι’ αὐτόν μετά ἀπό τό παζάρι
Μιά ὄμορφη τοῦ συνοδεύει τόν καημό
Γυναίκα; Ἀδελφή; Ἑταιρικό;
Τροχήλατος ἐκεῖνος ἐπιστρέφει
Σέ σπίτι; Σέ παράγκα; Σέ οἰκισμό;
Παράπηγμα ἡ ζωή του

Κι ἐκεῖνος τόν μοναδικό του ὀβολό κυλάει
Μέ δυσκολία γυρνώντας
Σέ δύο ρόδες τόν δικό του τόν τροχό

ΧΑΛΚΟΜΑΝΙΑ
Οἱ λεῖες ἐπιφάνειες δέν ταιριάζουν στή ζωή
Τίς τραχιές ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νά λειάνει

Ἡ νεότητα φθείρεται κι ἡ ὡριμότητα
Ζητάει τῆς νεότητας τή δορά νά τυλιχτεῖ

Σέ πεῖσμα τοῦ ἀνθρώπου ὁ κόσμος ὑπάρχει
Τρισδιάστατος, ἔνσαρκος, πραγματικός

Ὅπως χαλκομανία πού διαθλᾶται
Ἡ εἰκόνα του συντρίβει τό γυαλί

Τά θρύψαλά του ἀγκυλώνουν
Τήν τρυφερότητα τοῦ δέρματος καί τήν ἁφή

ΝΟΕΜΒΡΗΣ
Φθινόπωρο βαθύ, ἡ ὑγρασία
Χωνεύει καί τοῦ ἀπογεύματος
Ἀκόμα τή σιωπή στόν κάμπο

Ποιό εἶναι αὐτό τό ἀγόρι;
Βαθιά ἀνασαίνει μυρωδιές
Καί οἱ μπότες του ἐπάνω στά ξερά πῶς τρίζουν

Πλαταίνει ἡ ψυχή του ὥς τόν ὁρίζοντα
Κι ὁ νοῦς του φίδι

Στά χρόνια ταξιδεύει
Πού θά φύγει. Ἔρθουν δέν ἔρθουν

ΥΛΗ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Σάπια σταφύλια μισοπατημένα μεθοῦν τό χῶμα
Κι ἀπ’ τό ἀνεμόβροχο δαρμένες τό λιπαίνουν οἱ ἐλιές

Ξυπνάει στή μνήμη ἀκαθόριστη μιά μυρουδιά σαπίλας
Οἱ συκοφάγοι ἔφυγαν καί τά ὀρτύκια σώζουν κάτι ἀπό τόν καιρό

Μέσα στήν ὑγρασία δυό ἄπληστα ρουθούνια ἀπ’ τόν ἀέρα
Ἔχουν ἀνακαλύψει τοῦ παιδιοῦ πού ἦταν στόν ντορό

Τό ἀνοιγμένο κατάχαμα ρόδι, μισοφαγωμένο ἀπό ποντίκια
Θά μποροῦσε νά σκορπίζει ρουμπίνια παντοῦ

Ἀντ’ αὐτῶν σπαταλημένα τά χρόνια ἐπιμένουν νά γεμίζουν
Τή μνήμη κάπνα καί αἰθάλη καί νά λασπώνουν τό νερό

ΑΔΕΣΠΟΤΟ (ΣΚΥΛΙ)
Ἔχει καί ἡ ἐλευθερία τό χάρισμα τοῦ πόνου
Ἔχει κι ἡ ἀλητεία τό βάρος τῆς ἀρᾶς

Τά νύχια μου μόνο ἀκούω
Ν’ ἀντιλαλοῦνε στό πλακόστρωτο
Δύσκολα βρίσκεις χῶμα γιά νά ζήσεις πιό βαθιά

Στό κρύο καί στή ζέστη δέν ἀμύνθηκα
Μόνο συνάντησα ἀνθρώπους
Στ’ ἀποδυτήρια μιᾶς σκιᾶς

ΚΟΤΣΥΦΑΣ
Νευρικός μές στήν ἀνησυχία του
Τό ράμφος μόνο
Καί τά δυνατά πόδια
Τοῦ χαρίζουν εὐκίνητη τόλμη

Καί περνάει μεμιᾶς
Ἀπ’ τόν καπνό τῆς μνήμης στό σπόρο τῆς μυρτιᾶς

Κορφολογώντας τό μαῦρο

ΛΙΟΔΕΝΤΡΑ, Ι
Βασανισμένοι ἄνθρωποι
Βασανισμένα δέντρα
Οἱ ἤσκιοι τους

Μέ τούς καρπούς τους πορεύεται
Ἕνας κόσμος
Ἀπ’ τή φωτιά στό φῶς
Κι ἀπό τό φῶς
Στό πιό φριχτό σκοτάδι τῆς ἀγρύπνιας

Βασανισμένοι ἄνθρωποι
Βασανισμένα δέντρα
Ἡ ψυχή τους

ΛΙΟΔΕΝΤΡΑ, ΙΙ
Τυραννισμένα δέντρα
Φαγωμένα ὥς τή ρίζα τους
Καί στόν κορμό τους διαγράφονται κενά

Πλήρη
Ἀπ’ τά ὀξείδια τῆς ψυχῆς τους

Κουφωμένα ἀπό τά χρόνια
Τῆς θλίψης τους

ΧΙΟΝΙ
Ἔπεσε ὁ ἀέρας τελικά

Οἱ νιφάδες ἔπαψαν νά στροβιλίζονται

Μά μές στήν ἄκρατη σιωπή μετά

Θαρρεῖς καί χιόνιζε πιό δυνατά

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΔΙΣΚΟΣ
Μαγνητικός δίσκος ἀπό ἀντιύλη

Στερεώνει
Στήν ἔλλειψη βαρύτητας τό φῶς

Καθηλώνει
Στήν ἀντανάκλαση τό βλέμμα

Σκλαβώνει
Μές στήν ψυχρότητα τή φύση

Αἰχμαλωτίζει
Μές στόν ψευδάργυρο τό ψέμα

Πλανητικός δίσκος
Ἀπό γῆ ἡφαιστειακή κι ἀπό νερό

ΤΟ ΑΣΗΜΩΜΑ
«Ἀσήμωσε νά σοῦ πῶ τή μοίρα σου», εἶπε τό πάμπτωχο φεγγάρι

Κι ὁ ἥλιος τοῦ γύρισε τήν πλάτη

Γνωρίζοντας πώς ὅσο ἐπιβεβλημένη ἦταν ἡ περιστροφή
Τῆς γύφτισσας γύρω ἀπ’ τόν ἑαυτό της καί τή γῆ
Τό τάσι της ἀπό τό φῶς του θά γέμιζε ἀσήμι καί θά γυάλιζε
Τό πᾶν τῆ νυκτί κόσμημα χαρισμένο ἀπό κεῖνον μιά γιά πάντα

Στό γαλαξιακό στερέωμα

ΕΚΛΕΙΨΗ ΣΕΛΗΝΗΣ ΑΟΡΑΤΗ ΑΠ’ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ
Ἡ γῆ σκύβει νά δεῖ στό φιλιατρό τοῦ πηγαδιοῦ

Δέν βλέπει οὔτε τή σκιά της

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑΤΙΚΟ
Βρέχει. Τίς πρῶτες σταγόνες
Ὑποδέχονται τά φύλλα τῆς λεμονιᾶς
Μ’ αὐτόν τόν κρουστό, ὑπόκωφο
Ἀναστεναγμό

Μετά τό τσιμέντο τῆς αὐλῆς
Γεμίζει φακίδες σκουριᾶς

Κι ὕστερα τό χῶμα στεγνό
Ὤχρα πυκνή πού δέν λέει
Γιά ὥρα ἀκόμα νά μουσκέψει
Ἀξεδίψαστη

ΓΕΙΩΣΗ
Στήν πρώτη βροχή
Τά ἀναμμένα χώματα
Βρῆκαν τήν κοίτη τους

Ἡ γῆ τήν ἀπόστασή της
Ἀπό τόν οὐρανό

Κι ἡ μνήμη
Ἕνα λαμπαδιασμένο καλοκαίρι

ΦΩΣΦΟΡΟΣ
Ὁ χρόνος φωσφορίζει στό βαθύ σκοτάδι

Τ’ αὐτιά βουίζουν ἀπό τόν φωσφορισμό αὐτό

ΦΙΛÍΑ
Ἡ ἀναρρίχηση μετράει τό εἶναι της
Μέ τό ἀνήλιαγο
Στίς ἀπόκρημνες χαράδρες τῆς ὀροσειρᾶς

Καί ὄχι στόν κορμό τῆς φασκομηλιᾶς

 Πάνος Κυπαρίσσης Ὄλγα Παπακώστα

Οἰδίνους Τά ὄνειρα τῶν γυναικῶν

Νά λύσεις τό αἴνιγμα
τῆς Σφίγγας πού σ’ ἀκολουθεῖ
σέ τόπους πού δέν ἔμαθες
σέ σπίτια ξένα πού κατοίκησες
σέ τρίστρατα πού δύσκολα περνᾶς
κι ἄλλα πού ὑποθέτεις

Σχήματα κι ἄλλα τῆς τύχης σου κρυφά
σαΐτες πού σέ γυρεύουν

Κι ἄν ἀποκριθεῖς σωστά
ἐγκυμονεῖ πάλι ἡ κοιλιά της
καινούριο αἴνιγμα πού σέ καλεῖ

Ἔχει ξεραθεῖ ἡ πλαστελίνη
πού σοῦ χάραξε ἡ μοίρα
παραμένει ὡστόσο πλαστελίνη
καί ὑποχωρεῖ κάθε πού ζητᾶς τυφλός νά μάθεις

Μήν ξεχνᾶς
τά κρυφά σέ κρατοῦνε ζωντανό
ὅσο νά τά ξεντύσεις

ΤΑ ΡΟΥΧΑ
Τά ροῦχα ἔχουν τή λογική τους
Διατηροῦν τίς διαστάσεις
κρύβουν τά λάθη τοῦ κορμιοῦ
ζεσταίνουν

Σέβονται νεκρούς
τιμοῦν τούς σκοτωμένους
Τούς τυλίγουν τρυφερά
γράφοντας πεισματικά τήν τελευταία τους στιγμή
Τούς φροντίζουν ἀκόμη πληγωμένα
ὥσπου παγώνουν στό σχῆμα τοῦ τρόμου
μέ χώματα στίς πλάτες
καί τό κόκκινο πού ἀνοίγει
πάνω τους καί πλάι

Ἄν κάποιο κουμπί
ἤ κομμάτι τους καμένο
τό βρίσκουμε μακριά
δέν εἶναι παρά ἐξαίρεση
πού τραυματίζει τόν κανόνα σέ μιά ἄκρη

ΘΥΣΙΑ
Νεύεις μέ χαλινούς πάνω στή γλώσσα
μέ τό αἷμα στό πλάι
καί δέν εἶναι κανένας νά σέ δεῖ

Ἱερή σιωπή
πλωτή στούς ἀνέμους
κι ἡ σκέψη παρήγορη
παλεύοντας φόβους καί πάθη

Χτίζουν οἱ ἐρωτήσεις;

Σέ τόση νύχτα ξεφτίζει τ’ ὄνειρο
στό μίσχο πού σήκωσες κι ἐπιμένεις
καθώς ἀνεβαίνει ἡμίφωτο σπέρμα
τό δικό σου φεγγάρι
νά φλογίσει τόν οὐρανό

ΟΠΤΑΣΙΑ
Ἄβυσσος θελκτική
μέ προσφορές ὁλονύκτιες
σέ κυματισμούς προσδοκίας
πότε νωχελικούς
πότε νά σκάζουν σά γέλιο
μέ φωνήεντα διψασμένα

Κατεβαίνεις τή σκάλα θροΐζοντας
σέ ὀρχήστρα ἡμισέληνη
κεντώντας ἐμμονές τοῦ κυνηγοῦ
ἤχους κι εὐωδιές πού πλανεύουν

Γελᾶς περισπούδαστα
σέ φῶς δειλινό
μ’ ἐκεῖνο τό νῆμα τοῦ σάλιου στά χείλη
πού προδίδει τό ἀφίλητο καί τίς καταφυγές του

Δέν ξέρεις ἀκόμη τῆς ἀκμῆς σου τό κόστος
πού θά ‘ρθει σάν κύμα
στίς ἄδειες σου μέρες
σέ ἀγκαλιές πού δέ διάλεξες
νά σέ σύρει

ΑΝΟΧΥΡΩΤΟ
Κρατοῦν ἀκόμη
λίγη χλωροφύλλη τά φύλλα μου

Μαζεύει τό κορμί
τόν ἴσκιο του τά μεσημέρια
τή νύχτα ὅλο του τό φῶς

Ἀνοίγει ὅπως βαλίτσα ξενιτιᾶς
στά χέρια τοῦ Θεοῦ
πού δραπετεύει μέ πτήσεις ἀόριστες

Πάνθηρας τοῦ σκοταδιοῦ
μέ μνήμη κόκκινη
στ’ ἀσπράδι τοῦ ματιοῦ
βρίσκω τόν τρόπο
μαζεύοντας ἀνέμους τῆς ἄνοιξης λινούς
λέξεις βουβές στά στήθια μου
καί γόνιμα πενθῶ

 Ὄλγα Παπακώστα

Τά ὄνειρα τῶν γυναικῶν 

ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ
Δέν ἔπρεπε νά ἀπογοητευθῶ ἀπ’ τή Μόνα Λίζα.
Εἶναι γυναίκα πονηρή• ξέρει τί κάνει.

Ἕνα βράδυ ψαλίδισα τό περίγραμμά της
καί τήν ἀπάλλαξα μονομιᾶς ἀπό
τό λαδοπράσινο τοπίο πού πρόσβαλλε
τήν εὐφυΐα της.
Ἐν συνεχεία τεμάχισα τό πρόσωπο, τά χέρια
τό λαιμό της
σέ ὁριζόντιες λωρίδες,
τίς κόλλησα με UHU σέ χρωματιστό χαρτόνι
τῆς ἀρεσκείας μου,
ἀφήνοντας μεγάλα μεσοδιαστήματα
εἰς τρόπον ὥστε νά ἐπιμηκυνθεῖ ἡ θεία μορφή
σέ σχῆμα μεταφυσικό.

Τώρα ἡ Τζοκόντα μοῦ θυμίζει τζίνι
πού μόλις βγῆκε ἀπ’ τό λυχνάρι.
Κάθε φορά πού τήν κοιτῶ,
«Καλά κατάλαβες», μοῦ λέει,
«χαμογελάω».

The physical impossibility of death in the mind of someone living

δέν εἶμαι διόλου βέβαιη ὅτι πέθανες / ἔτσι δουλεύει τό μυαλό τῶν ζωντανῶν / ἀκόμη καί μές στή φορμόλη / ἐντέλει δικαιώνεται ὁ ἀποθανών / κι ὁ καρχαρίας τίγρης ἐξακολουθεῖ νά ζεῖ / στό ἀτσάλινο ἐνυδρεῖο του / ἕτοιμος νά κατασπαράξει πίσω ἀπ’ τό γυαλί / σάν ὄνειρο τρομακτικό /στά δεκαπέντε ἤ στά δεκαοκτώ / ἀποσυντεθειμένο / ἀπό τά σχόλια τοῦ ἀναλυτῆ / πού δέν ρωτάει ἄν μ’ ἀγαποῦσες / ὄχι δέν εἶσαι ἐσύ αὐτός / ὄχι δέν εἶμαι ἐγώ αὐτή / ἐσύ ἀλλιῶς χαμογελοῦσες

ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΚΟΥΤΑΛΙ
Σέ ἀντίθεση μέ τό κάτοπτρο τοῦ Παρμιτζανίνο
ἡ κυρτή ἐπιφάνεια τοῦ κουταλιοῦ εἶναι θολή.
Τό εὐτελοῦς καταγωγῆς μέταλλο
ἀδιαφορεῖ γιά τίς λεπτομέρειες
ἑστιάζοντας μόνο στήν παραμόρφωση:
τό δωμάτιο στρογγυλεύει καί τό χέρι μου ἐπίσης.
Τά μάγουλά μου φουσκώνουν καί οἱ τοῖχοι συγκλίνουν
ὅπως στούς ἐφιάλτες τῶν κλειστοφοβικῶν.
(Οἱ λέξεις κρύβουν τό ἀληθινό μου πρόσωπο.)

Ἀπό τήν πίσω πλευρά
ὁ κοῖλος περιέκτης τῶν ἀπολαύσεων
μοῦ ἔχει γυρίσει ὁριστικά τήν πλάτη.
Ἄν διά τῆς βίας τόν ἀναγκάσω
νά μέ ἀντικατοπτρίσει
τό εἴδωλό μου ἀναποδογυρίζει πάραυτα.
Τό κεφάλι κάτω κι ὁ κορμός ἐπάνω.
Τό βλέμμα φαινομενικά ἀτάραχο
σέ μιά ἀνώδυνη προσομοίωση πτώσης.
Ὅλοι οἱ κίνδυνοι, τοῦ ἐσχάτου συμπεριλαμβανομένου,
ἀναβάλλονται ἐπ’ ἄπειρον.
Ἡ ὑδρόγειος δέν ἀντιλαμβάνεται
τήν ξαφνική ἀντιστροφή τῶν πόλων.
Στήν κοιλιά μου ἁπλώνεται ἡ Ἀνταρκτική.

(Ἀπό κάποια ἡλικία καί μετά
τά περιθώρια τῶν ἐκπλήξεων στενεύουν.)

Ἐν πάση περιπτώσει
ποτέ δέν θά μάθουμε ἄν ὁ Φραντσέσκο
ὑπῆρξε τόσο ἀθῶος ὅσο ἔδειχνε.
NO CAT AT ALL
«ΠΙΕΣ ΜΕ« ἔγραφε ἀπέξω τό μπουκάλι
Ἡ Ἀλίκη τό ἤπιε ὅλο
καί δέν μεγάλωσε ποτέ
ὅπως ἀκριβῶς τό φοβόταν
πήγαινε σ’ ὅλη της τή ζωή σχολεῖο

Ἡ Μέημπελ παντρεύτηκε, ἔκανε παιδιά
ἔμαθε νά φτιάχνει τάρτα κεράσι
καί γεμιστή γαλοπούλα
Ἡ Ἀλίκη κάθε πρωί
ἔβαζε στή σάκα της τά βιβλία
χάιδευε τή γάτα
γέμιζε τό πιατάκι της μέ νερό
κι ἔτρεχε στό μάθημα

Πολλές φορές στό δρόμο της
ἔβρισκε πεταμένα τραπουλόχαρτα
τό πρόσωπο τῆς Βασίλισσας
δέν τήν τρόμαζε πιά
καρδιές, σπαθιά ἤ μπαστούνια
τό ἴδιο τῆς ἔκανε
δέν κοιταζόταν ποτέ στόν καθρέφτη

Μόνο τή γάτα εἶχε στό νοῦ της
μόνο τή γάτα

Καί στά διαλείμματα τραγουδοῦσε:
Τό ὀμορφότερο πράγμα / στή μαύρη μας γῆ /
εἶναι αὐτό πού ὁ καθένας / ἀγαπάει πιό πολύ

ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΡΙΑ

Θυμᾶσαι τόν Σουάν καί τήν Ὀντέτ;
πολλή φασαρία
γιά τό παχουλό μωρό τῆς Ἀφροδίτης.

Ξαφνιάζεται ἡ καρδιά
φτιάχνει ἕνα σχέδιο
τό ἀκολουθεῖ
νομίζει ὅτι θά παίξει
κάνει πώς φεύγει
σκάει στά γέλια
βάζει ἕνα δίσκο στό πικάπ
φοράει βελοῦδο

Παραβλέπει τό βέλος

Ἄ, λέει, ποτέ ὥς τώρα δέν
ποτέ ξανά δέν θά
γιά πάντα, λέει
γιά πάντα

Ἐπιστρέφει χορεύοντας
στόν δέκατο ἔνατο αἰώνα

Μεταμφιέζεται

Στροβιλίζεται

Κερδίζει χρόνο
καί ξανακερδίζει χρόνο

(Τήν ἔχω ἀκόμη αὐτή τή μαγνητοταινία.)

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
Ἐπέστρεφα ἀπ’ τή θάλασσα καί τό μαγιό μου ἔσταζε νερά
στά πόδια μου εἶχαν κολλήσει φύκια.
Ἄνοιξα τήν παλάμη μου νά δεῖ ἡ τσιγγάνα
ὄρη καί ποταμούς, δρόμους καί πεδιάδες.
Φοβήθηκα νά πῶ τό ἀληθινό μου ὄνομα.
«Ἑλλάδα», εἶπα γιά νά ξεμπερδεύω.

(Ὁ Σολωμός στίς σημειώσεις του
ἀποκαλοῦσε τούς Ἐλεύθερους Πολιορκημένους
«ποίημα τοῦ Χρέους»• μέ κεφαλαῖο χί.)

– Κάποιον ἤ κάτι ἀπό χί ἔχεις στό νοῦ σου.
– Χά! Θά ‘ναι ὁ δάσκαλός μου ἀπό τό σεμινάριο
πρέπει νά γράψω ὥς τή Δευτέρα
ἕνα ποίημα γιά μένα. Τί ἄλλο βλέπεις;

– Ὅτι σ’ ἔχουν ἐγκαταλείψει ὅλοι
καί ὅτι πάσχεις ἀπό ἔλλειψη ἐραστῶν.

Ἀσήμωσα: μηχανισμός στήριξης.
Σιγά νά μήν τῆς πῶ τήν Ἱστορία μου.
(Ἄμε, χρυσ’ ὄνειρο, κι ἐσύ μέ τή σαβανωμένη.)

Κοίταξα τά χαρτιά μέ τς εἴδησες τοῦ κόσμου.
Παντοῦ τό Χρέος. Μέ κεφαλαῖο χί.

Hurt people hurt people

Κεφαλαιῶδες.

NO NEW MESSAGES
Κανένα νέο μήνυμα

Ὅλα ληφθέντα
ἀναγνωσθέντα
διαγραφέντα

Καί λίγα, ἐλάχιστα ἀπ’ αὐτά
ἀλησμόνητα

Οἱ νέοι φίλοι
ποτέ δέ θά ‘ναι
σάν τούς παλιούς

Ἐκείνους πού ἁπλῶς χτυποῦσαν
τό θυροτηλέφωνο

Νύχτα 1η: Performance

Τό βράδυ τοῦ Σαββάτου ὁ πεζόδρομος τῆς ὁδοῦ Θεσσαλονίκης καλύφθηκε ἀπό ἀλλεπάλληλα στρώματα στρεβλῶν ἐντυπώσεων: καθώς τά τρένα τοῦ ΗΣΑΠ ἀποσύρονταν τό ἕνα μετά τό ἄλλο, ἕνα ἀχνό φεγγάρι ἐπιβεβαίωνε τό τεχνικῶς ἀδύνατον τῶν συναντήσεων μετά τό πέρας τοῦ δοθέντος χρόνου.

Νύχτα 2η: Sleep now and sin no more

Ἔτσι καθώς τό σῶμα μου τεντώνεται καί ἁπλώνει
σά νά μέ κτίζει ἐντός του, νά μέ ἀποστομώνει.
Κι ἐγώ στό βάθος, κάτω ἀπ’ τά βαριά του στρώματα,
δέν εἶμαι πιά ἡ πριγκίπισσα πού λιώνει,

(ἀπό ἔρωτα γιά σένα),

εἶμαι μονάχα ἐκεῖνο τό μικρό μπιζέλι
πού τήν ἐνοχλεῖ καί τήν πληγώνει.

Νύχτα 3η: Ὀνειροκρίτης

Ἄν δεῖς πώς τρῶς γλυκό, μεγάλη πίκρα θά νιώσεις.
Ἄν δεῖς ὅτι κρατᾶς μωρό στήν ἀγκαλιά, νά περιμένεις βάσανα.
Ἄν δεῖς πώς κατεβαίνεις σκάλες, θ’ ἀποτύχεις.
Ἄν εἶσαι καί γυναίκα, θά χάσεις τό καλό σου ὄνομα.

Ι. ΤΟ ΛΕΥΚΩΜΑ
Κυρίες καί κύριοι,
δέν εἶναι διαβήτης, δέν εἶναι λευχαιμία,
εἶναι λεύκωμα•
κι ἀπ’ τίς σελίδες του μόλις ξεπήδησε
ἡ Κάρμεν Ὀβίδη.

Προσοχή, παρακαλῶ.

Ὁ μεγαλύτερος φόβος της εἶναι
μήπως ὁ μεγαλύτερος φόβος της
ἀποκαλυφθεῖ.
(Ὑπάρχουν πολλῶν εἰδῶν φόβοι:
Δέν μπαίνω μέσα γιατί φοβᾶμαι,
μπαίνω μέσα γιατί φοβᾶμαι.
Δέν βγαίνω ἔξω γιατί φοβᾶμαι,
βγαίνω ἔξω γιατί φοβᾶμαι.)

– Τί εἶναι ἡ πατρίδα μας;
(Κ.Ο.): «Ἡ πατρίδα μας εἶναι μιά οὐτοπία
μέ ὑπέροχα τοπία».
(Στήν παραλία τῆς Θεσσαλονίκης
διδάχθηκα τήν ἔννοια τοῦ χρόνου.
Τ’ ἄσπρα πλακάκια της
σέ ἀπόλυτη ἀντιστοιχία μέ τά δευτερόλεπτα
Πού –ὄχι– δέν δωροδοκοῦνται.)

– Τί ἐστί ἔρως;
(Κ.Ο.): «Σφοδρόν, σεισμογενές συναίσθημα
πρός τι ἤ πρός τινα ἤ πρός τινας.
Je ne bais pas de conviction.
Ἀλλά θά ἤθελα νά ἀνήκω
εἰς τήν χορείαν τῶν ποιητῶν».
(Στό βάθος τοῦ διαδρόμου ἔγραφε:
«ΠΡΟΣ ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΟ».
Μοῦ ‘δωσαν χάπια γιά νά τόν ξεχάσω.
Τό βρῆκα λογικό.
Τώρα κοιμᾶμαι
καί δέν θυμᾶμαι
ποιόν ἀγαπῶ.)

– Τί θέλετε νά γίνετε ὅταν μεγαλώσετε;
(Κ.Ο.): «Στόν ἐλεύθερο χρόνο μου
θά παραδίδω μαθήματα».
(Εἰδικότης της τά ἀνώμαλα ρήματα.
Εἶχε λεπτά, ἠλεκτροφόρα αἰσθήματα,
ὅμως σταμάτησε νά γράφει ποιήματα
ἀφότου ἄρχισε νά βγάζει χρήματα.)

ΙΙ. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Ὁ γιατρός μου λέει πώς
ἡ ὑγεία εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα
συναίσθημα

Ἐσεῖς, ρωτάει,
πῶς αἰσθάνεσθε;

Τό πρόβλημά μου,
τοῦ ἐξηγῶ,
εἶναι ἡ ἀπολίθωση.

Τά ρίγη καί ὁ πόνος
πού συνοδεύουν κάθε πέρασμα
ἀπό τό πρίν στό μετά.

Κοιτάζει σκεπτικός
ἔξω ἀπό τό παράθυρο.
Διακρίνεται ὁ ναός
τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας.

Νά μήν ἀνησυχεῖτε, λέει,
οἱ λίθοι αὐτοί
δέν εἶναι ἐπικίνδυνοι.

Εἶστε νέα ἀκόμη.
Στό τέλος τῆς ζωῆς,
ὅλα χειροτερεύουν.

Νά πίνετε πολλά νερά
καί νά προσέχετε.
Δέν ἔπρεπε νά φύγετε ἀπ’ τήν πόλη μας.

Ἐμεῖς οἱ Θεσσαλονικείς
ὑποφέρουμε στήν Ἀθήνα.

ALTERA NATURA
(Σχεδόν χαϊκού): Τά σύννεφα μαζεύτηκαν
πάνω ἀπό τό βουνό.
Ἡ λεύκα λύγισε.

Γύρισε τό μυρμήγκι στή φωλιά.
Λίγο πρίν ξημερώσει
ὁ ἀέρας ἄλλαξε ὄνομα.

(Ἄμφισσα:) Κοντά στή φύση ἔζησα
τέσσερα χρόνια
τά ὁποῖα ὑπῆρξαν
τέσσερα
εὐτυχισμένα χρόνια.
(Σύμπτωση;)

(Ἀθήνα:) Στό πίσω μπαλκόνι τοῦ σπιτιοῦ μου
ἕνας ὑπερμεγέθης πάπυρος
εὐδοκιμεῖ σέ γλάστρα
μόνο καί μόνο γιά νά τραγανίζει
τά τρυφερά του φύλλα
ὁ γάτος μου ὁ Μαρσέλ.
Ὑπ’ αὐτή τήν ἔννοια,
ὁ πάπυρος εἶναι ἁπλῶς τό μπισκότο του.
(Ἤ μήπως ἡ μαντλέν του;)

(Σύνθημα:) Φέρε κι ἐσύ τή φύση στό διαμέρισμα,
πάρε μιά γάτα.

(PS:) Ὅπως ἔλεγε κι ὁ Κικέρων,
ἀργά ἤ γρήγορα
σ’ ἀνθρώπους κι αἰλουροειδή,
ἀναπτύσσεται μιά δεύτερη φύση.

NOT A JOY FOREVER
Ἀπό τότε πού πέθανε ὁ Μαρσέλ δέ μ’ ἀρέσει ν’ ἀκούω τά πουλιά τό πρωί. Τόν θυμᾶμαι πού ἐρχόταν ἀπ’ τά χαράματα καί μοῦ δάγκωνε τό μικρό δαχτυλάκι τοῦ ποδιοῦ, μή μπορώντας νά καταλάβει πῶς ἦταν δυνατόν νά κοιμᾶμαι ὅταν ὅλη ἡ φύση ξυπνοῦσε.

Καλημέρα, ὀμορφιά μου.

Τήν πρώτη φορά πού τοῦ πῆραν αἷμα χρειάστηκε νά τοῦ ξυρίσουν τό λαιμό. Δέν τό περίμενα, ἄν καί θά ‘πρεπε• οἱ γάτες, βλέπετε, δέν συνηθίζουν νά ἁπλώνουν πρόθυμα τό πόδι στό γιατρό, οὔτε νά σέρνουν ἕλκηθρα στά χιόνια. Ἕνα μήνα μετά, τοῦ κάναμε ὑπερηχογράφημα.

Μή μέ ρωτᾶτε γιά τήν ὀμορφιά.

Προσπάθησα νά τήν αἰχμαλωτίσω, μά δέν τά κατάφερα.

Τό μάτι

Ἀπόψε ἐγώ θά ξεματιάσω ἐμένα
μέ λάδι καί νερό
κατά τή συνταγή τῆς μάνας μου

Παίρνω ἀσημένιο κουταλάκι τοῦ γλυκοῦ
μέ τραγανές ρῶγες σταφύλι στή λαβή
καί κληματόφυλλα

Παίρνω καί πορσελάνινο φλιτζάνι τοῦ καφέ
πού ἄν τό γυρίσεις πρός τό φῶς
στό βάθος βλέπεις μιά λυπημένη γκέισα

Νά πῶ τά ξόρκια ντρέπομαι
κάνω αὐτοσχέδια προσευχή
καί νά! Ρίχνω τήν πρώτη τή σταγόνα

Μόλις τό λάδι πέσει στό νερό
μόλις ἡ ἀγάπη λιώσει στόν καιρό
ἕνα μεγάλο μάτι σχηματίζεται.

NOT ENOUGH MEMORY
Κάποτε μοῦ ὑπαγόρευε ἡ Μούσα
στίχους ἐνῶ κοιμόμουν στή βεράντα.
Ἤμουν μικρή, ἀποστήθιζα τά πάντα
καί τά κατέγραφα μόλις ξυπνοῦσα.

Ἤξερα τότε τί θά πεῖ ἐλπίδα.
Εἶχα πολλά χαρτιά, πολλά μολύβια.
Οἱ λέξεις ἦταν χρήσιμα σωσίβια.
Τίς στοίχιζα μέ τάξη στή σελίδα

κι ὅταν πνιγόμουν, τρέχαν νά μέ σώσουν
ἀπ’ τίς κακές νεράιδες καί τούς δράκους
πού δέν μποροῦσαν πιά νά μέ σκοτώσουν.

Τώρα ἀγρυπνῶ κι ἡ Μούσα μου κοιμᾶται.
Γράφω καί σβήνω πλάι σ’ ἄδειους λάκκους
πού τούς γεμίζει μέ αἷμα ὅταν θυμᾶται.

ΟΔΥΣΣΕΙΑ
Τί χρῶμα εἶχε
τό ὑφαντό
τῆς Πηνελόπης;
Ἦταν τό σάβανο
τοῦ Λαέρτη
ἤ τό δικό της;
Κι ὅταν τό τέλειωσε
ἄν τό τέλειωσε
τί σκέφτηκε;

Κάθε γυναίκα εἰδικεύεται
στή μνηστηροφονία
Κάθε σύζυγος ξέρει
νά σκοτώνει ἀνύπαρκτους
ἀντιπάλους

Κάθε γιός θαυμάζει
τόν χαμένο πατέρα του
Κάθε μεγάλος ποιητής
εἶναι τυφλός

ΚΥΚΛΩΨ
Πρόσεξε αὐτό τό ἥμερο ἀρνί
πού ψηλαφεῖς τή ράχη του
καί τοῦ ἐπιτρέπεις πρόθυμα
νά βγεῖ ἀπ’ τή σπηλιά
κάτω ἀπό τήν κοιλιά του
εἶμαι γαντζωμένη
μέ νύχια καί μέ δόντια
πολύτροπη δραπέτις
προσεχῶς ἐλεύθερη

SNOW WHITE
Ὡραῖα τά παραμύθια, ὡραῖα τά ψέματα. Παραδείγματος χάριν ἡ μητέρα: πετάει τό ἔψιλον, παίρνει ἕνα γιώτα, κατεβάζει τόν τόνο στή λήγουσα. Παραμένει μητέρα παρ’ ὅλα αὐτά. Μιά φορά κι ἕναν καιρό τρυπήθηκε τό δάχτυλό της καί τρεῖς σταγόνες αἷμα κύλησαν στό χιόνι. Ἐκείνη τή στιγμή ἀκριβῶς ὁραματίστηκε ἐμένα. Μιά κόρη μέ δέρμα λευκό καί λοιπά καί λοιπά. Μιά Χιονάτη.

Πρόσεξε καλά τί λές, μητέρα. Πρόσεξε καλά τί εὔχεσαι.

Ἐννοεῖται πώς δέν ἦταν μάγισσα. Τό περίφημο μαγικό καθρεφτάκι της ἤμουν ἐγώ. Ἡ βελτιωμένη ἔκδοση τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος. Προσπάθησε νά μέ σκοτώσει. Ζήτησε τήν καρδιά μου. Τῆς διέφυγε προφανῶς πώς ἦταν ἤδη δική της. Τή σκεφτόμουν καθώς ἔπαιζα τή νοικοκυρά στό σπιτάκι τῶν νάνων – καί συνέχιζα βλακωδῶς νά τήν ἀγαπῶ. Τά παιδιά, ὡς γνωστόν, συγχωροῦν στούς γονεῖς τους τά πάντα. Οἱ ἀστεῖες μεταμφιέσεις της ποτέ δέν μέ γέλασαν. Ἤξερα ποιά ἦταν αὐτή πού μοῦ χτυποῦσε τήν πόρτα. Πρῶτα ὁ στενός κορσές, μετά ἡ φαρμακωμένη χτένα, τό ἄγουρο μῆλο πού μοῦ στάθηκε στό λαιμό.

Ἄ, ἤμουν ἤδη νεκρή πολύ πρίν ξαπλώσω στό γυάλινο φέρετρο. Δέν ξέρω ποιά διαστροφή ἐξασφάλισε καί σ’ ἐμένα ἕναν Πρίγκιπα. Στό γάμο μου τή στένευαν τά παπούτσια της, ἀλλά χόρεψε μέχρι τελικῆς πτώσεως. Νόμιζε ὅτι κάποιος θεός θά τή βραβεύσει.

ΕΣ ΔΑΚΡΥΑ ΕΠΕΣΕΝ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟΝ
Τῆς εἶπα νά ἀποφύγει τά οἰκεῖα κακά.
Ἄς γίνει ἐκείνη συγγραφέας.
Τῆς παραχώρησα τίς λέξεις μου.

Σιγά τίς λέξεις, εἶπε
δέν τίς χρειάζομαι.
Θά δεῖς
δέν θά διαβάσεις
δέν θά ἀκούσεις
μόνον θά δεῖς

Μεγάλη ψεύτρα
μανούλα στό μοντάζ
μά κι ἡ πρωταγωνίστρια
φτυστή ἐγώ

Δεσποινίς Μνήμη
αὐτά τά δάκρυα
δέν εἶναι δικά μου

Ο ΜΠΑΧ
ἀντί νά πῶ «καντάτα»
εἶπα «παρτίτα»

στό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς
κατάλαβα τό λάθος μου

τό θέμα ἦταν ὁ Μπάχ

ἄραγε ἐκεῖνος τό κατάλαβε;
σίγουρα ναί

ἀκοῦς ἐκεῖ «παρτίτα»!

ἀνάρμοστο, ἀνεπίτρεπτο

ἄν καί τό θέμα δέν ἦταν ὁ Μπάχ

ΤΟ ΧΩΜΑ ΩΣ ΥΛΙΚΟ
Παραδεχθεῖτε πώς τά μάτια
εἶναι ὅ,τι γυάλινο διαθέτουμε
βεβαίως ἡ μύτη
ἀποκαλύπτει –λέν– τό χαρακτήρα
κι οἱ μαλακές γραμμές στά χείλη
τή φυσική κλίση στόν ἔρωτα

Ἐξάλλου ὑπάρχουν γιά τό σῶμα ἐλάσματα
καί φίνα ὑφάσματα
πού τό σκεπάζουν

Ὑπάρχουν τά ὡροσκόπια, οἱ ἀντικατοπτρισμοί μας.

Τ’ ἄστρα γνωρίζουν τήν καταγωγή μας.

ΔΕΙΞΕ ΤΗΝ ΠΛΗΓΗ ΣΟΥ
οἱ ἀρχαῖοι ἕλληνες ἀντιμετώπιζαν τήν ἀπώλεια
μέ ἀπαράμιλλο στίλ
π.χ. ἀνήγγελλαν σέ κάποιον
ὅτι ὁ γιός του σκοτώθηκε στή μάχη
κι ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε
ἤξερα ὅτι γέννησα θνητό

(χάνω θά πεῖ, ἐπίσης,
καταλαβαίνω πώς ποτέ δέν εἶχα)

καί ἄν αὐτός ὁ κάποιος
ἦταν συγγραφέας
ἔπαυε ξαφνικά νά γράφει
ὅπως ὁ Ξενοφῶν

ἄν καί στούς ρωμαϊκούς χρόνους
γινόταν τό ἀντίθετο

ὅταν ὁ Κικέρων ἔχασε τήν κόρη του
ἔσπευσε νά γράψει ἕναν «Παραμυθητικό»
πρός τόν ἑαυτό του

ἐνῶ ὅταν ἡ Πορκία ἔχασε τόν Βροῦτο
δέ δίστασε νά καταπιεῖ
μιά χούφτα ἀναμμένα κάρβουνα

μέ ἄδεια χέρια ἄδεια ζωή
ὅπως μπορεῖ ὁ καθένας συνεχίζει
(ἄν καί μερικοί ὁλοφάνερα σταματοῦν)
χάνουν τόν ἔρωτα τόν ἔλεγχο τόν παράδεισο
καί μετά συνέρχονται μέ χίλιους κόπους

ἀλλά μπορεῖ καί ὄχι

ἄλλωστε κι ἐπί ζώων ἀναφέρεται
πώς ἡ ἀπώλεια ἑνός γκρίζου γατιοῦ
εἶναι συχνά ἀρκετή γιά νά κλονίσει
τήν ἰσορροπία τῆς ἰδιοκτήτριάς του

πόσω μᾶλλον ὅταν κι ὁ φίλος μου ὁ Δημητράκης
ἕξι μῆνες μετά τό θάνατο τοῦ σκύλου του
συνέχιζε νά ἀκούει τά βήματά του στό χώλ.

BLUE VELVET
Τά ἐαρινά χρώματα τοῦ κήπου κι ὁ κατάλευκος φράχτης μέ τίς παπαροῦνες
τούτη ἡ προσωρινή παγίδα ὀμορφιᾶς πού ὑμνοῦν οἱ κοκκινολαίμηδες
θά ἐκμηδενιστεῖ μόλις βρεῖς στό γρασίδι, περπατώντας ἀνύποπτος,
τό κομμένο αὐτί πού συνέδεε τόν κόσμο μέ τό μυαλό σου.

Τότε θά καταλάβεις πώς δέν ἤξερες ἀπολύτως τίποτα
γιά τή μικρή, ἥσυχη πόλη μέ τό ξανθό κορίτσι
πού ἀνυπομονεῖ νά γνωρίσει τά μυστήρια τῆς ἀγάπης.
Τότε θά θελήσεις νά ἐρευνήσεις τά αἰνίγματά της
σάν ἀπό αὐτά νά ἐξαρτᾶται ἡ μοίρα σου.

Τό βράδυ πού ἡ Ντόροθυ Βάλενς θά τραγουδήσει γιά σένα,
ὁ πέπλος θά σκιστεῖ καί θά δεῖς τό φόβο κατάματα
Κάποιοι θά παίζουν μέ ὅσα ἐσύ ἀπεχθάνεσαι
καί θά ἀνακαλύψεις ἔκπληκτος πώς τούς ἀρέσει.

Ἡ Ντόροθυ Βάλενς φορώντας μπλέ βελοῦδο.

Μαζί της περπατᾶς στά ὄνειρά σου
ἐσύ θά σκοτώσεις τόν κακό πού τήν ἔβλαψε

Κι ὕστερα θά τά ξεχάσεις ὅλα. Γιά νά μπορέσεις ἐπιτέλους νά ἐρωτευθεῖς
τήν ἀθώα, ξανθιά Σάντι πού σοῦ ἀναλογοῦσε.

Δέν λάμπεις πιά
ὁ γαλαξίας ἄδειος
χωρίς ἀστέρια

Μόνη στό δάσος
ἡ Κοκκινοσκουφίτσα
χωρίς τό λύκο

Ὅταν ξανάρθει
θ’ ἀνθίσουν οἱ κερασιές
ἀπ’ τά φιλιά της

Ἄν εἶναι ἡ λύπη
γάτα σάν ἔβενος
νά τή φοβᾶσαι

Σάν ἄσπρη πέτρα
στό βυθό τῆς θάλασσας
θά μέ ξεχάσεις

Μιά μαύρη γάτα
φοράει τή γούνα της
καί βγαίνει βόλτα

Μικρό δελφίνι
σέ θάλασσα μεγάλη
θά κολυμπήσεις

Ὁδός Σολωμοῦ
γαλάζια πεταλούδα
βγαίνει ἀπ’ τό ταξί

Ὁλομόναχη
στό πράσινο χαλί της
μιά παπαρούνα

Ὁ ἥλιος πέφτει
σ’ ἑνός πρασινομάτη
γάτου τήν οὐρά

Τό βιβλίο σου
ἀνοικτό στή σελίδα
πού μοῦ διάβαζες

Τό ρολόι σου
γύρω ἀπ’ τόν καρπό μου
σταματημένο

Μουσικό κουτί
πού χάλασε γιά πάντα
παίζει στή μνήμη

Κίτρινα φύλλα
τρέχει πρός τή φωλιά του
τό ἀλεπουδάκι.

Χρυσό φεγγάρι
κρύβεται στά σύννεφα.
τζιτζίκια πάψτε.

TANKA
Ἡ πτώση μου – φεῦ!
κλασική περίπτωση
στερνή μου πτώση

Κατά σύμπτωση ἀθώα
πτώση γιά πρωτοπλάστους.

ΟΡΙΖΟΝΤΙΩΣ
Κάτω ἀπ’ τό χῶμα
ὁ ἄλλος λαβύρινθος
ἕνας μεγάλος ταῦρος
μοιράζει κουβαράκια
καί παίζουν ὅλοι
μέ τίς κλωστές
στούς διαδρόμους του
πάνω ἀπό τά κεφάλια τους
κινοῦνται μεγαλόπρεπα
οἱ ρίζες τῶν φυτῶν
οἱ ἀπολήξεις
τῶν τρυφερῶν ἀνθέων

NIHIL NOVI
Οὐδέν καινόν
ὑπό τόν ἥλιον

Μήτε ἡ τέφρα
μήτε τό ἡφαίστειο

Καιρός τοῦ σιγᾶν
καιρός τοῦ λαλεῖν

Κενές, ὁλόλευκες
οἱ ἀνθολογίες

Ὅλοι οἱ στίχοι
πού σώθηκαν

Στή μνήμη
τοῦ Θεοῦ

Δημήτρης Ἐλευθεράκης

  

Τρία ποιήματα

Τρία ποιήματα

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΡΑΨΩΔΙΑ
Κωνσταντινούπολη, ἀρχές τῆς χιλιετίας• Ρώμη,
λίγα χρόνια μετά. Καφές στήν &B;Piazza del Popolo&D;,
ἕνα φλιτζάνι τσάι στό Πέραν &B;Palace&D;, φωτογραφίες,
ἀνοιξιάτικη ρέμβη, εἰσιτήρια: ἕνα ἡμερολόγιο γάμου.

Τώρα θά σχεδιάζεις τό ταξίδι στή Μόσχα
(ξέρεις τί ‘ναι γιά μένα: ὁ Τολστόι, ἡ Ἐπανάσταση, ἡ στέπα)
κι ἐγώ σ’ ἀκολουθῶ σ’ αὐτή τή νοητή ἀπόδραση
μετρώντας τίς γραμμές τῆς νοσταλγίας σέ μεσημβρινούς.

Γιά νά ‘μαι πλήρως συνεπής, κάθισα νά διαβάσω
γιά τή χαλκήν εἰκόνα στίς κολόνες τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς
καί μόλις ἔφτασα στό «πάλιν Ἡρωδιάς μαίνεται, πάλιν

ταράσσεται, πάλιν ὀρχεῖται» (μόλις πού νύχτωνε)
ἔσβησα τή λάμπα κι ἦρθα νά πλαγιάσω μαζί σου
ἡσυχάζοντας ἑραλδικά μές στά βυζαντινά μας ὄνειρα.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΑΡΣΥΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ
Τουλάχιστον θά ἔχω παίξει τόν αὐλό
(αὐτή τήν τέχνη τῆς ἀναπνοῆς)
κι ὕστερα θά ‘μαι ὁλόκληρος μία πληγή:
τό αἷμα μου θά γίνει πίδακας,
οἱ μύες μου θά κρέμονται γυμνοί, κι οἱ φλέβες μου
θά πάλλονται στόν ἀνοιχτό ἀέρα σάν χορδές.
Κάθε κομμάτι δέρματος πού θ’ ἀφαιρεῖς ἐπιμελῶς ἀπό τή σάρκα μου
θά σοῦ χαρίζει ἕνα ἐπιφώνημα: μιά φυσική νότα.
Θά ‘χεις στή διάθεσή σου τότε ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο
γιά νά συνθέσεις μιά συμφωνία• κοντσέρτο
πού θά χειροκροτήσει ὁ κόσμος τῶν θνητῶν
καί τῶν ἡμίθεων: &B;numina sylvarum&D;, κένταυροι,
οἱ φαῦνοι καί οἱ νύμφες θά δακρύζουν – ἕνα δωρικό μυαλό
πίσω ἀπό ἕνα φρυγικό μαρτύριο.
Καί τό τομάρι πού θά κρέμεται ἀπ’ τά κλαδιά μιᾶς λεύκας
θά λέει: εἶναι τοῦ θεοῦ ἡ τέχνη, ὄχι δική μου.

ΟΡΙΣΤΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ
στόν Σταμάτη Πολενάκη

Ἡ τελευταία εἰκόνα πού εἶδα: οἱ τριήρεις μας
καρφωμένες στούς πάγους τῆς Σιβηρίας•
ἕνας σταυρός στό χιόνι• χιόνι
στά γένια τοῦ Ποσειδώνα.
Ἴσως καί νά μήν ἔχει τέλος• σέ λίγο ἄλλωστε
αὐτό τό τερατῶδες θά χαθεῖ
(αὐτό τό τερατῶδες, μέσα μας)
καί τά πρόσωπα τῶν θεῶν –τά βλοσυρά τους πρόσωπα–
θά σβηστοῦν σάν πάχνη ἐπάνω στό ἀόρατο γυαλί τῆς φύσης.

Ὄλγα Σεντακόβα

Κινέζικο ὁδοιπορικό

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΒΟΥΤΣΑΣ

ΛΙΓΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ στή Μόσχα, στίς 26 Δεκεμβρίου 1949. Θεωροῦσα πάντοτε τήν περίοδο τῶν πέντε πρώτων χρόνων τῆς ζωῆς μου ὡς τήν καλύτερη. Ἡ ἄλλη περίοδος πού μοῦ ἀρέσει νά φέρνω στή θύμηση εἶναι αὐτή μεταξύ τῶν ἡλικιῶν δεκαπέντε καί δεκαεφτά, ἡ ἀκμή τῆς νεότητάς μου. Πέρα ἀπό τίς δύο ἐκεῖνες εὐτυχισμένες στιγμές, οἱ ὁποῖες δέν εἶχαν ἄμεση σχέση μέ τήν ποίηση ἀλλά πού, ὡστόσο, βιώθηκαν ἐντός τῆς ποίησης, δέν μοῦ ἀρέσει καί τόσο πολύ νά θυμᾶμαι ὅλο αὐτό πού εἶναι γνωστό ὡς βιογραφία.
Τό πιό σημαντικό πρόσωπο τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας ἦταν ἡ γιαγιά μου, ἡ Ντάρια Σεμιόνοβνα Σεντακόβα. Τά δικά της χέρια ἦταν αὐτά πού ἔπλασαν κατεξοχήν τό παραμύθι τῶν παιδικῶν μου χρόνων. Τό βιβλίο μου Παλιά τραγούδια εἶναι ἀφιερωμένο σ’ αὐτήν. Εἶναι, κατά κάποιον τρόπο, τό πορτρέτο της μέ λέξεις. Εἶναι ἀπ’ αὐτήν ἐπίσης πού ἔμαθα παραδοσιακά τραγούδια –τραγούδια μέ ἐπωδούς στήν ἀρχή καί στό τέλος– καθώς καί προσευχές στή σλαβονική. Αὐτά τά θρησκευτικά καί δημώδη στοιχεῖα εἶναι ὅ,τι ἐπιθύμησα νά κομίσω στά Παλιά τραγούδια.
Φοίτησα σ’ ἕνα συνηθισμένο σχολεῖο στή Μόσχα καί μελέτησα πιάνο, μιά δραστηριότητα στήν ὁποία δέν εἶχα ἰδιαίτερη ἐπιτυχία. Ὡστόσο, οἱ δάσκαλοί μου τῆς μουσικῆς ἦταν αὐτοί πού μέ ὤθησαν νά ἀνακαλύψω τήν τέχνη, καί ἐπίσης, στήν πραγματικότητα, ὅλο ἐκεῖνο τό πεδίο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς πού τό σοβιετικό «ἐπιστημονικο-ἀθεϊστικό» καί ἀντιπολιτιστικό κατασκεύασμα τῆς ὕπαρξης δέν ἔλαβε ποτέ του ὑπόψη. Ὁ Μπάχ ὡστόσο καί ὁ Σοπέν, καί ἀκόμη ὁ Πούσκιν καί ὁ Σαίξπηρ, ἤ ὁ Ρέμπραντ καί ὁ Λεονάρντο ντά Βίντσι, ἐν γένει ὅλοι ὅσοι ὑπάγονταν στήν κατηγορία τῶν «κλασικῶν», δέν ἦταν ἀπαγορευμένοι, ἔχοντας ἔτσι τή δυνατότητα νά φανερώσουν τή δύναμή τους! Ὅ,τι μετέδωσαν ἦταν ἀρκετό ὥστε νά παράσχει σ’ ἕνα πρόσωπο τήν εὐκαιρία νά κρίνει τό σύστημα τῶν ἐπίσημων ἀξιῶν. Γιά μένα, τό σύστημα κατέστη ἀποκρουστικό γιά καθαρά αἰσθητικούς λόγους, πολύ προτοῦ ἀνακαλύψω τά ἱστορικά, οἰκονομικά καί τά ἄλλα του χαρακτηριστικά. Εἶναι δύσκολο γιά μᾶς τούς Ρώσους νά ἐκλάβουμε τίς συνθῆκες τοῦ πνεύματος πού παράγουν τή δυτική «κουλτούρα τῆς ἀντίθεσης» καί τίς ἐπιθέσεις στήν παράδοση ὡς καταπιεστική δομή, ὅταν ἡ ἐλάχιστη ἐπαφή μέ τήν παράδοση ἀσκοῦσε πάντοτε πάνω μας μιά τεράστια ἀπελευθερωτική δύναμη.
Τό 1967 πέρασα στό Πανεπιστήμιο τῆς Μόσχας, στό Τμῆμα Φιλολογίας, ἀπό τό ὁποῖο καί ἀποφοίτησα τό 1973. Στό Πανεπιστήμιο μελέτησα τή σλαβική λαϊκή παράδοση καί τίς τελετουργίες της, ὅπως ἐπίσης παλαιοσλαβονικά καί γλωσσολογική ἀνάλυση ποιητικῶν κειμένων. Στό μποέμικο πνεῦμα ἐκείνων τῶν καιρῶν (θεωροῦσα τόν ἑαυτό μου ποιήτρια ἀπό τήν ἐποχή πού ἤμουν δεκαπέντε χρόνων), οἱ φιλολογικές καί οἱ ἀκαδημαϊκές σπουδές ἦταν στά μαχαίρια μέ τή δημιουργικότητα. Ὡστόσο ἀγάπησα, καί ἐξακολουθῶ νά ἀγαπῶ, τή φιλολογία, καί δέν μπορῶ νά φανταστῶ τόν ἑαυτό μου δίχως ὅλες ἐκεῖνες τίς πρακτικές τῆς πρόσληψης τῶν λέξεων. Ὀφείλω χάριτας στή μοίρα μου πού μοῦ δώρισε ὡς καθηγητές τούς καλύτερους Ρώσους λόγιους στίς ἀνθρωπιστικές σπουδές τῆς χώρας μου, τούς γλωσσολόγους τῆς στρουκτουραλιστικῆς σχολῆς Μόσχας-Τάρτου, καθώς καί τόν Σεργκέι Ἀβέριντσεφ, ἕναν σπουδαῖο μελετητή τῆς κλασικῆς καί τῆς χριστιανικῆς κληρονομιᾶς, ἕνα στοχαστή πού αἰσθανόταν πνευματικά σάν στό σπίτι του μέ ὅλο τόν πολιτισμό τῆς Μεσογείου, τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε καί γνώριζε ὅπως ἕνας ἐπαρχιώτης ἀγαπᾶ τήν ἐγκαταλειμμένη μικρή του πόλη. Διάνοιξε τό μεγάλο πεδίο τῆς ἀρχαίας καί τῆς χριστιανικῆς Εὐρώπης στούς ἀνθρώπους τῆς γενιᾶς μου.
Κατά τήν περίοδο τῆς νεότητάς μου, οἱ ποιητές πού ἄσκησαν πάνω μου τή μεγαλύτερη ἐπίδραση ἦταν ὁ Μαντελστάμ καί ὁ Χλέμπνικοφ, καί ἀργότερα ὁ Ρίλκε καί ὁ Δάντης. Διάβασα στό πρωτότυπο τά ποιήματα τοῦ Ρίλκε, καθώς καί τίς πραγματεῖες καί τήν ποίηση τοῦ Δάντη, καί μετέφρασα μερικά ἀπό τά ἔργα αὐτά – ὅπως ἐπίσης καί Τ.Σ. Ἔλιοτ, Πώλ Κλωντέλ, Ἔμιλυ Ντίκινσον, ὁρισμένους Πολωνούς ποιητές, μερικά ἀγγλικά παιδικά ποιηματάκια, τήν προσευχή τοῦ Ἁγίου Φραγκίσκου τῆς Ἀσίζης καί τόν πρῶτο ἀπό τούς Βίους του. Οἱ ἀρχικές μου μεταφράσεις οὐδέποτε ἐκδόθηκαν, οὔτε καί τά πρῶτα μου ποιήματα. Ἀνέκδοτα παρέμειναν ἐπίσης τά πρῶτα μου πεζά δοκίμια ὅπως καί οἱ φιλολογικές μου ἐργασίες.
Κατά τή διάρκεια τῆς δεκαετίας τοῦ 1970, ἤμουν συγγραφέας πού ἐξέδιδε σέ σαμιζντάτ (αὐτοεκδόσεις κατά τή διάρκεια τῆς σοβιετικῆς περιόδου). Ἐκ τῆς πείρας μου, μπορῶ νά πιστοποιήσω τό πόσο εὐχάριστος ἦταν αὐτός ὁ αὐθόρμητος τρόπος ἔκδοσης, καί τί μεγάλης διανομῆς ἀπολάμβαναν τά προϊόντα του – ξεθωριασμένα ἀντίγραφα, τυπωμένα πάνω σέ στρατσόχαρτο. Ἡ Ἀγριοτριανταφυλλιά, ἡ ὁποία σηματοδότησε γιά μένα τήν ἀπαρχή μιᾶς ποιητικῆς ἐργασίας πού δέν ἀνῆκε πλέον στή μαθητεία, ἦταν τό πέμπτο μου βιβλίο ποίησης. «Δημοσιεύθηκε» σέ σαμιζντάτ, στό τέλος τοῦ 1978. Εἶδα δωδεκάδες ἀντιγράφων νά ἔχουν παραχθεῖ στήν περιοχή Ποβόλζιε, στή Σιβηρία καί σέ ἄλλες, περισσότερο ἀπροσδόκητες περιοχές.
Ἐκείνη περίπου τήν περίοδο, ἡ ἐπίσημη κουλτούρα καί ἡ κουλτούρα «δευτέρας κατηγορίας» διαχωρίστηκαν ὁριστικά, καί ἡ κουλτούρα «δευτέρας κατηγορίας» –ριζικά ἀνεξάρτητη– λειτούργησε ἐμπνευσμένα. Θά μποροῦσε κάποιος νά τήν περιγράψει ὡς ἕνα εἶδος ποιητικῆς ἀναγέννησης, ἕναν Χάλκινο Αἰώνα τῆς ρωσικῆς ποίησης, κατά τόν τρόπο πού ὁρισμένοι ἀποκάλεσαν τήν περίοδο πού ἐγκαινιάστηκε ἀπό τόν Μπρόντσκι. Ὁ Χάλκινος Αἰώνας δημιούργησε σχέσεις μέ τίς παραδόσεις τῆς πατρίδας μας (πρωτίστως μέ τόν Ἀργυρό Αἰώνα) καί μέ ὅ,τι ὁ Γκαῖτε ἀποκάλεσε παγκόσμια κουλτούρα. Ἡ ἐποχή αὐτή μοῦ φαίνεται τώρα, ἀναδρομικά, ὅτι στάθηκε ἰδιαζόντως εὐνοϊκή πρός τούς νέους ποιητές: νιώθαμε μιά ζωτική ἀνάγκη γιά τόν ποιητικό λόγο, ὄχι ἁπλῶς γιά τήν πολιτική δημοσιογραφία, σάν αὐτή πού σημάδεψε τή δεκαετία τοῦ 1960, ἀλλά γιά τόν ὑψηλό, τόν ἐμπνευσμένο λόγο. Θά μποροῦσε ὁ λόγος αὐτός νά εἶναι ἀλλόκοτος καί κατηφής, ὅπως ἡ «Ἀγριοτριανταφυλλιά» μου. Οἱ ἀναγνῶστες ἐκεῖνα τά χρόνια δέν φοβοῦνταν τήν περιπλοκότητα ἤ τό σκοτεινό ὕφος καί δέν ἐνοχλοῦνταν ἀπό τή ρητή ἐκδήλωση τοῦ πάθους, ὅπως ἔγινε ἀργότερα, ὅταν ἐκεῖνο πού ἀπαιτεῖτο ἦταν μιά λογοτεχνία τῆς εἰρωνείας, καί οἱ Μοσχοβίτες κονσεπτουαλιστές καί οἱ ἐπαγγελματίες τοῦ παραλόγου, καθώς καί ἄλλων μορφῶν παρωδίας, ἔγιναν ἥρωες. Ἡ δεκαετία τοῦ 1970 γέννησε τήν ποίηση τῆς Γελένα Σβάρτς, τοῦ Βίκτορ Κριβούλιν, τοῦ Ἰβάν Ζντάνοφ καί ὁρισμένων ἄλλων ποιητῶν οἱ ὁποῖοι, κατά τή γνώμη μου, εἶναι πολύ προικισμένοι.
Ἐκεῖνα τά χρόνια –στούς ἴδιους κύκλους τῆς ἀντίστασης– παρήχθη μιά ἄλλη ἀναγέννηση: ἡ θρησκευτική ἀναγέννηση. Ἡ ὑπό διωγμόν ὀρθόδοξη παράδοση καί ἡ ἐπίσης ὑπό διωγμόν ἀνθρωπιστική παράδοση συνομολόγησαν – κάτι πού δέν εἶχε συμβεῖ σχεδόν ποτέ στή ρωσική ἱστορία. Πράγματι, σήμερα οἱ δύο αὐτοί πόλοι κατατείνουν πρός τή συνήθη ἀντίθεση μεταξύ τοῦ «ἐκκοσμικευμένου» καί τοῦ «δυτικοῦ», ἀπό τή μιά πλευρά, καί τοῦ «πνευματικοῦ» καί τῆς «χθόνιας σχολῆς» ἀπό τήν ἄλλη, μιά ἀντίθεση πού μοῦ φαίνεται ἐπουσιώδης, ἐπικίνδυνη καί ἀναχρονιστική.
Μετά τίς ἀλλαγές πού εἰσηγήθηκε ὁ Γκορμπατσόφ, ἡ κουλτούρα «δευτέρας κατηγορίας» διαλύθηκε καί ἀναμείχθηκε πάλι μέ τήν ἐπίσημη κουλτούρα. Οἱ πρωταγωνιστές της σκόρπισαν σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο.
Πρίν ἀπό τά τέλη τοῦ 1989, δέν εἶχα ταξιδέψει ποτέ ἐκτός τῶν συνόρων τῆς ΕΣΣΔ. Καί μόνο ἡ ἰδέα ὅτι θά μποροῦσα νά πράξω κάτι τέτοιο μοῦ φαινόταν ἐξωφρενική. Ἡ πρώτη μου συνάντηση μέ τήν Εὐρώπη (γιά μένα ἦταν ἡ Σκοτία) ἦταν εἰλικρινά ἕνας ἰσχυρός κλονισμός, εὐτυχής καί ὀδυνηρός ταυτοχρόνως. Ὡστόσο, αὐτές τίς πρῶτες συναντήσεις μέ τή Μεγάλη Βρετανία, τήν Ἰταλία, τή Γαλλία καί τή Γερμανία, μέ τόν κόσμο τῆς ἀγάπης μας, πού κάποτε τή νομίσαμε δίχως ἐλπίδα, μέ τόν κόσμο τῆς ἄλλης πλευρᾶς, ἕναν πλατωνικό κόσμο πλασμένο μόνο ἀπό ὀνόματα – αὐτές τίς πρῶτες συναντήσεις λοιπόν θά τίς ἀποκαλέσω τρίτη εὐτυχισμένη περίοδο τῆς ζωῆς μου. Τά τελευταῖα χρόνια ἔχω ταξιδέψει πολύ καί ἔχω ζήσει γιά κάποιο διάστημα στή Ρώμη, στήν Προβηγκία καί στό Κίλ, στήν Ἀγγλία. Τό 1994 προσεκλήθην ὡς poet-in-residence στό Πανεπιστήμιο τοῦ Κίλ. Ἀκόμα καί σήμερα, γράφοντας αὐτά τά ὀνόματα –Ἄρλ, Λονδίνο– μόλις καί μετά βίας μπορῶ νά τό πιστέψω. Ἀντιπροσωπεύουν μιά τόσο ἀκραία ἀλλαγή – μόνο κάποιος πού ἔχει ζήσει στήν ἀπόλυτη ἀπομόνωση ἑνός ὁλοκληρωτικοῦ συστήματος μπορεῖ νά καταλάβει τί ἀκριβῶς σημαίνει μιά τέτοια ἀλλαγή. Εἶναι στήν πραγματικότητα μιά ζωή μετά τή ζωή, καί δέν ἔχω συνηθίσει ἀκόμα σ’ αὐτή τή δεύτερη ζωή.
The Hudson Review, τόμ. LXI, ἀρ. 4 (Χειμώνας 2009)

Κινέζικο ὁδοιπορικό

Ἐάν ἀμβλύνεις τήν ὀξυδέρκειά του,
ἐάν τό ἐλευθερώσεις ἀπό τό χάος,
ἐάν μετριάσεις τή λάμψη του,
ἐάν τό ἐξομοιώσεις μ’ ἕναν κόκκο σκόνης,
τότε αὐτό θά φανεῖ
νά ὑπάρχει καθαρά.
ΛΑΟ ΤΣΕ
1
Ἔνιωσα ἔκπληξη:
πόσο ἤρεμα τά νερά,
πόσο γνώριμος ὁ οὐρανός,
πόσο ἀργά πλέει ἡ τζόγκα πλάι στίς πέτρινες ὄχθες.

Πατρίδα! Ἡ καρδιά μου φώναξε στή θέα τῆς ἰτιᾶς:
κάτι τέτοιες ἰτιές στήν Κίνα,
ἐξαλείφουν τό ὠοειδές σχῆμα τους μέ ὄρεξη μεγάλη,
διότι μονάχα ἡ γενναιοδωρία μας
θά μᾶς ἀνταμώσει πέραν τοῦ τάφου.

2
Ἡ λιμνούλα λέει:
ἄν εἶχα χέρια καί φωνή,
πόσο θά σ’ ἀγαποῦσα, πόσο θά σέ φρόντιζα!
Οἱ ἄνθρωποι, ξέρεις, εἶναι ἄπληστοι καί πάντα ἀσθενοῦν
καί σχίζουν τῶν ἀλλονῶν τά ροῦχα
νά φτιάξουν ἐπιδέσμους.
Ἐμένα τίποτα δέν μοῦ χρειάζεται:
βλέπεις, ἡ τρυφερότητα εἶναι γιατρειά.
Θά ἔβαζα τά χέρια μου πάνω στά γόνατά σου,
σάν τό ζωάκι τοῦ σπιτιοῦ,
καί θά κατέβαινα ἀπό ψηλά
μέ μιά φωνή, σάν οὐρανός.

3
Πέφτοντας, δέν πέφτουν,
βυθίζονται στό νερό κι ὅμως δέν βρέχονται
τά μακριά μανίκια τῶν δέντρων.
Γέρικα δέντρα μου –
παγόδες, δρόμοι!
Πόσες φορές εἰδωθήκαμε,
καί κάθε φορά, σάν νά ‘ταν ἡ πρώτη,
ἀσθμαίνει, τρέχει γρήγορα ἡ καρδιά
μέ τό ὁλότελα ἄδειο δισάκι της
κατά μῆκος τοῦ κορμοῦ, πάνω ἀπό λόφους καί χαράδρες τῶν κλαδιῶν
στά διάπλατα μάτια τῶν ναῶν,
πρός τόν καθρέφτη τοῦ ἱεροῦ,
πάνω στό πράσινο πάτωμα.
Μήπως δέν περιπλανηθήκαμε ἀρκετά,
ὥστε νά στραφοῦμε ἐπιτέλους
στόν μοναδικά ἀγαπητό καί ἀόρατο
πού κανέναν δέν προσβάλλει
δρόμο;

Τό μαγικό καπέλο,
φορεσιά τῆς θεότητας, φορεσιά ἀπό μάτια,
πέφτοντας, δέν πέφτει, βυθίζεται στό νερό καί δέν βρέχεται.
Δέντρα μου, ἡ λέξη ἀγαπῶ μόνο γιά σᾶς ταιριάζει.

4
Ἐκεῖ, στό βουνό,
πού κρατάει στά γόνατα τήν τελευταία καλύβα,
καί κανείς δέν ἔφτασε ποτέ ψηλότερα•
πού ‘χει τό μέτωπο ἀόρατο πίσω ἀπό τά σύννεφα
καί κανείς δέν θά πεῖ ἄν εἶναι σκυθρωπό ἤ χαρούμενο –
κάποιος ὑπάρχει καί δέν ὑπάρχει,
εἶναι καί δέν εἶναι.

Ἔχει τό μέγεθος ματιοῦ χελιδονιοῦ,
ψίχουλου ἀπό ξερό ψωμί,
σκάλας στά φτερά μιᾶς πεταλούδας,
σκάλας ἀφημένης ἀπό τόν οὐρανό,
σκάλας πού κανείς
δέν θέλει ν’ ἀνέβει•
μικρότερος ἀπ’ ὅ,τι οἱ μέλισσες μποροῦν νά δοῦν,
ἀπ’ ὅ,τι ἡ λέξη «εἶναι».

5
Τό γνωρίζετε ἄραγε
πεῦκα μου νάνοι, κλαίουσες ἰτιές;
Ἡ λυμένη βάρκα
μένει γιά λίγο χωμένη στήν ὄχθη –
καί δέν ὑπάρχει χαρά
γιά ὅ,τι ὑπῆρξε,
οὔτε λύπη:
εἴμαστε σήμερα ὅλοι ἐδῶ, ὅμως γιά τ’ αὔριο – ποιός θά τό πεῖ;
Οὔτε νοῦς ὑπάρχει:
μόνο τά πνεύματα εἶναι ἀνεπίληπτα,
σεμνά, ἀτρόμητα καί σπλαχνικά –
τόν ἁπλό θαυμασμό
τίποτα δέν θά τόν σταματήσει,
τόν ἁπλό θαυμασμό,
πού δύει σάν τόν ἥλιο.
Ἡ λυμένη βάρκα
πλέει δίχως λογισμούς,
τό τσακισμένο κλαδί
βλασταίνει, ὅμως κάτω ἀπό ἄλλον οὐρανό.

6
Ἄν ἔβλεπα
ἕναν ταξιδιώτη μέ ροῦχα φωτεινά, λευκά –
τί θά ἔπρεπε τότε νά κάνουμε, ποῦ νά πᾶμε;

Ἄν ἀντίκριζα
τή λευκή φορεσιά, τούς γέρικους ὤμους –
καλύτερα τά μάτια μου νά ἦταν ἀπό πέτρα,
ἡ καρδιά μου – ὑδάτινη.

Ἄν ἔβλεπα
τί συμβαίνει στόν ἄνθρωπο –
θά τόν ἀκολουθοῦσα, κλαίγοντας:
ὅσο καί νά προχωροῦσε, θά τόν ἀκολουθοῦσα, βαδίζοντας
μέ τό ἴδιο μετρημένο βῆμα.

7
Ἡ βάρκα ἵπταται
χαμηλά, στό ὑγρό γαλάζιο,
ὁ οὐρανός γρήγορα σκοτεινιάζει
καί μέ τά μάτια ἑνός ἄλλου ζαφειριοῦ παρατηρεῖ:
Ξέρεις κάτι; Ποτέ κανείς δέν μέ πίστεψε
(ὅπως ἕνα παιδί πού,
πεθαίνοντας ἀπ’ τό ἴδιο του τό θάρρος,
θ’ ἀνακοινώσει στό ἄλλο: ναί, καί μετά τόν ἔθαψαν
κάτω ἀπ’ τό τρίτο πεῦκο). Ἔτσι κι ἐγώ θά σοῦ πῶ:
ποτέ κανείς δέν μέ πίστεψε
οὔτε καί σύ θά μέ πιστέψεις,
μόνο μήν τό πεῖς κανενός,
ὅσο ἡ βάρκα ἵπταται, ὅσο ὁ ἥλιος λάμπει
καί στό ζαφείρι παιχνιδίζει
μιά οὐράνια χαρά.

8
Στέγες, ὑψωμένες στίς ἄκρες,
σάν ἔκπληκτα φρύδια:
Μά τί λές; Εἶναι ποτέ δυνατόν; Χαίρομαι ἀπό καρδιᾶς!
Λιακωτά, ἀπ’ ὅπου αἰωνίως
εἶναι ὁρατό ὅ,τι ὁ ἄνθρωπος ἀγαπάει νά βλέπει:
ὄχθες στεγνές, ἀσημοκίτρινοι ποταμοί,
ἡ ἀκανόνιστη γραφή τῶν θάμνων – ἕνα ἐρωτικό ραβασάκι,
δυό περαστικοί πού ὑποκλίνονται
βαθιά ὁ ἕνας πρός τόν ἄλλο πάνω στήν πλωτή γέφυρα
κι ἕνα χελιδόνι πού προσφέρει τό ὕψος
σ’ ἕνα κουταλάκι τοῦ τσαγιοῦ•
σταγόνες γιά τήν καρδιά, ἕνα ἰαματικό ἐκχύλισμα.
Πάντως, στήν Κίνα δέν ἀρρωσταίνει κανείς:
ὁ οὐρανός γνωρίζει
ἐγκαίρως νά κεντρίζει
μέ μακριά βελόνα.

9
Δυστυχής εἶναι ὅποιος
συνομιλεῖ μέ τόν ἐπισκέπτη καί σκέφτεται τίς αὐριανές ὑποθέσεις•
δυστυχής εἶναι ὅποιος
κάνει μιά δουλειά καί νομίζει πώς εἶναι αὐτός πού τήν ἔκανε,
καί πώς δέν τόν ὁδηγεῖ ὁ ἀέρας, οὔτε μιά ἀχτίδα,
σάν ἕνα πινέλο, μιά πεταλούδα ἤ μιά μέλισσα•
δυστυχής εἶναι ὅποιος παίζει μιά συγχορδία καί σκέφτεται
ποιά θά εἶναι ἡ ἑπόμενη –
δυστυχής, δειλός καί φιλάργυρος.

Κι ἀκόμα πιό δυστυχής,
αὐτός πού δέν συγχωρεῖ:
εἶναι παράφρων, δέν γνωρίζει,
πῶς ἕνας ἥμερος πελαργός προβάλλει μέσα ἀπό τούς θάμνους,
πῶς μιά σφαίρα χρυσή
ὑψώνεται μονάχη της
στόν ἀγαπημένο οὐρανό, πάνω ἀπ’ τήν ἀγαπημένη γῆ.

10
Εἶναι μεγάλος ὁ ζωγράφος, πού δέν γνωρίζει καθῆκον ἄλλο
ἀπό ἐκεῖνο τοῦ πινέλου πού παιχνιδίζει:
τό πινέλο του εἰσχωρεῖ στήν καρδιά τῶν βουνῶν,
εἰσχωρεῖ στήν εὐτυχία τῶν φύλλων,
μ’ ἕνα μόνο χτύπημα, μέ τήν πραότητα μόνο,
μέ τό θαυμασμό, μόνο μέ τήν ἀμηχανία
εἰσχωρεῖ κι αὐτός στήν ἴδια τήν ἀθανασία –
καί ἡ ἀθανασία παίζει μαζί του.

Ὅμως γιά κεῖνον πού τόν ἐγκαταλείπει τό πνεῦμα, πού μακριά του
ἐκτρέπεται ἡ ἀχτίδα,
γιά κεῖνον πού γιά δέκατη φορά, σ’ ἕναν τόπο θολό
ἀναζητᾶ μιά καθαρή πηγή,
γιά κεῖνον πού γλίστρησε ἀπ’ τά χέρια τῶν θαυμάτων, μά πού ὅμως δέν θά πεῖ:
θαύματα τιποτένια! –
μπροστά του μέ σεβασμό
ὑποκλίνονται οἱ οὐρανοί.

11
Μέ τρυφερότητα καί βαθύτητα –
διότι μόνο ἡ τρυφερότητα εἶναι βαθιά,
μόνο ἡ βαθύτητα διαθέτει τρυφερότητα –
ἀνάμεσα σέ χίλια πρόσωπα ἀναγνωρίζω
ἐκεῖνον πού τίς εἶδε, ἀναγνωρίζω πάνω σέ ποιόν,
μέσα ἀπό πέτρα ἤ γυαλί, ἔριξαν μιά ματιά
τό τρυφερό βάθος καί ἡ βαθιά τρυφερότητα.

Ἄναψε λοιπόν
πράο λυχνάρι τῆς δύσης,
φανάρι ἐσύ, παγίδα τῶν χρυσαλλίδων.
Μίλησε κι ἄλλο
μέ τό φῶς τοῦ σπιτιοῦ μας,
ἥλιε τῆς τρυφερότητας καί τοῦ βάθους,
ἥλιε, πού ἀφήνεις τή γῆ,
πρῶτε καί ἔσχατε ἥλιε.

12
Ἴσως εἶσαι τό δαχτυλίδι τοῦ πνεύματος,
ἡ πέτρα τοῦ γαλάζιου νεροῦ,
ἡ φωνή, πού μιλάει πνιχτά
γιά κήπους κλιμακωτούς –
ὅμως τί συνέβη καί μέ κλάματα καλπάζουν
τό φτερωτό ἅρμα,
ὁ ἀέρας, ἡ ἄμμος, ἡ ἀκτή,
ὁ ἔρημος ὠκεανός,
καί δέν γίνεται νά σ’ ἀποχαιρετήσω,
πουθενά δέν γίνεται νά σ’ ἀποχαιρετήσω.

Ὤ, ὁ ἁπλός ἄνθρωπος –
εἶναι σάν τό ἁλάτι στό θαλασσινό νερό:
δίχως γλώσσα, δίχως πρόσωπο, δίχως λέξη,
μόνο ἁλάτι, ἰώδιο καί ρόχθος τῶν κυμάτων.
Δίχως νά ἔχει σέ ποιόν ν’ ἀποταθεῖ,
μοιρολογεῖ μονάχος του:
ἴσως εἶσαι τό δαχτυλίδι τοῦ πνεύματος,
ἡ πέτρα τοῦ γαλάζιου νεροῦ,
ἡ φωνή, πού μιλάει πνιχτά
γιά κήπους ἀνύπαρκτους πρίν.

13
Εἶναι ποτέ δυνατόν ὅτι κι ἐμεῖς, ὅπως ὅλοι,
ὅπως ὅλοι
θά χωρίσουμε;

Γνωρίζοντας κάτι
γιά τό πάθος πού εἶναι πιό γρήγορο ἀπό τό τέλος,
γνωρίζοντας κάτι
γιά τόν κόσμο πού εἶναι μικρότερος ἀπό μία πεντάρα –
ἄς τήν πάρει ὅποιος τήν ἔχει ἀνάγκη –
γνωρίζοντας ὅτι τοῦτο τό κοχύλι εἶναι δίχως μαργαριτάρι,
ὅτι δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνα σπίρτο, οὔτε ἕνα κεράκι ἤ λυχνάρι,
ἐκτός ἀπό τή φλόγα τῆς ἔκστασης,
γνωρίζοντας ἀπό ποῦ ἔρχεται
ἡ ἀντήχηση καί ἡ λάμψη –
εἶναι ποτέ δυνατόν νά χωρίσουμε, σάν κοινοί ἀδαεῖς;

Ἔχοντας ἀγαπήσει νά εἴμαστε μαζί
ὄχι λιγότερο ἀπ’ ὅ,τι οἱ ἰτιές ἀγαποῦν
ν’ ἀναπτύσσονται στό νερό,
ὄχι λιγότερο ἀπ’ ὅ,τι τό νερό ἀγαπᾶ
νά παίρνει στό κατόπι τό μαγνήτη ἑνός ἄστρου,
ἀπ’ ὅ,τι ὁ πιωμένος Λί Πό νά ρίχνει μιά ματιά
στό κίτρινο, σάν τό φεγγάρι, κρασί
κι ἀπ’ ὅ,τι μιά πέτρα νά κατακάθεται στό βυθό –

εἶναι ποτέ δυνατόν νά χωρίσουμε, σάν κοινοί φιλάργυροι καί ἀγροῖκοι;

14
Τό φλάουτο ἀποκρίνεται στό φλάουτο,
δέν εἶναι ἀπό κόκαλο, οὔτε ἀπό ξύλο,
μοιάζει μ’ ἐκεῖνο πού βαστοῦν τά ὄρη
στίς σπηλιές καί στίς σχισμές τους,
στίς χορδές ἀπαντοῦν οἱ ἴδιες ἀκριβῶς χορδές
καί ἡ λέξη στή λέξη ἀπαντάει.

Στό ἑσπερινό ἄστρο, πού γρήγορα ἀνατέλλει,
ἀπαντᾶ ἡ παράκληση τῆς καρδιᾶς μου:

Θ’ ἀναστήσεις χιλιάδες ἄστρα,
ἄστρο νυχτερινό,
κι ἀπό χιλιάδες παρακλήσεις
θά φουντώσει ἡ καρδιά μου,
ἀπό μυριάδες παρακλήσεις γιά ἕνα καί μόνο πράγμα:
ξύπνα,
ρίξε μου μιά ματιά, φίλε μου ἐμπνευσμένε,
κοίταξε, πῶς ἡ νύχτα λάμπει…

15
Γιά τόν λευκό δρόμο, γιά τό ψυχρό ἔναστρο σύννεφο,
λένε πώς ἔφυγαν καί πώς κι ἐμεῖς θά κινήσουμε κάποτε:
ἀπό πέτρα σέ πέτρα περνώντας τό νερό,
ἀπό πλανήτη σέ πλανήτη διασχίζοντας τόν ἀποχωρισμό,
σάν μιά φωνή πού περνᾶ τραγουδώντας ἀπό νότα σέ νότα.
Ἐκεῖ ὅλοι μας, λένε, θά συναντηθοῦμε, παντελῶς λευκασμένοι
ἀπό τό Γαλαξία.
Πόσες φορές –θά τό παραδεχτῶ– πρός τό ἀπαγορευμένο κατώφλι
πλησίαζε ἡ καρδιά, πόσες φορές χτυποῦσε,
δίνοντας ὑποσχέσεις, ἄγνωστο σέ ποιόν:
Κανείς δέν μέ ἀναζητᾶ, κανείς δέν θά λυπηθεῖ,
κανείς δέν θά ἐκλιπαρήσει: μεῖνε μαζί μου!…
Ὤ, δέν εἶναι ἀπό θλίψη γήινη ἕνα τέτοιο θαῦμα πίσω ἀπ’ τήν πόρτα τῆς γῆς.
Ἀλλά ἐπειδή δέν θέλουμε, δέν θέλουμε τά κρίματά μας,
ἐπειδή εἶναι καιρός νά κινήσουμε
νά ζητήσουμε γιά ὅλα συγχώρεση.
Βλέπετε, κανείς δέν θά ἐπιζήσει
δίχως τοῦτο τό ψωμί τῆς λάμψης.
Καιρός νά κινήσουμε γιά ἐκεῖ,
ὅπου ὅλα εἶναι συμπόνια.

16
Ξέρεις, σ’ ἀγαπῶ τόσο πολύ,
πού ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα
καί μέ πάρει ἀπό σένα
τότε δέν θά μέ πάρει:
πῶς εἶναι δυνατόν νά ξεχάσει κανείς τή φωτιά;
Πῶς εἶναι δυνατόν νά ξεχάσει κανείς
ὅτι ἡ εὐτυχία θέλει νά ὑπάρχει
ἐνῶ ἡ λύπη δέν θέλει;

Ξέρεις, σ’ ἀγαπῶ τόσο πολύ,
πού ἀπ’ τήν ἀγάπη δέν ξεχωρίζω
τόν ἀναστεναγμό τοῦ ἀέρα, τό θρόισμα τοῦ κλαδιοῦ, τή ζωή τῆς βροχῆς,
τό δρόμο, πού μοιάζει μέ κερί,
ἕνα ξένο σκοτάδι πού μουρμουρίζει,
τό μυαλό μου πού ἄναψε σάν σπίρτο,
οὔτε ἀκόμα καί τῆς πεταλούδας τόν ξερό
δυστυχισμένο χτύπο πάνω στό τζάμι.

17
Ὅταν ἀποφασίσουμε νά βηματίσουμε,
δίχως νά ξέρουμε τί μᾶς περιμένει,
στό ἄδειο καράβι τῆς ἔμπνευσης,
στήν προχειροδεμένη σχεδία,
στό φολιδωτό φτερό, σέ μιά βάρκα δίχως κωπηλάτες,
βάζοντας στό νοῦ τήν πιό καλή
μά καί τή χειρότερη ἐκδοχή τοῦ τέλους,
δίχως τίποτα ν’ ἀναζητᾶμε μέσα μας:
εἶναι ἐκεῖ ὅπου, σέ ἀντάλλαγμα ὅλων,
ρίχνουν τά ζάρια τῆς μαντικῆς γιά τό Βιβλίο τῶν Ἀλλαγῶν.
Ποιός ἐπινόησε τήν ἐρημιά τοῦ νεροῦ; Ποιός ἀποκάλυψε
ὅτι ἐκεῖ πάνω ὑπάρχει πόλεμος;
Ποιός πρόσταξε νά καλλιεργοῦνται κῆποι
ἀπό φλόγινους σπόρους;
Σάν τό ἀηδόνι – καλύτερα νά πεθαίνει κανείς
ἀπό τό νά μήν τραγουδᾶ ὅ,τι τραγουδᾶ,
ἀπό τό νά μή γράφει πάνω στό μετάξι τοῦ καιροῦ
ὅ,τι δέν μπορεῖ ὁ κόσμος ὅλος.
Κάθε φορά πού σφυρίζεις τή σφυρίχτρα σου,
ἔμπνευση, κάθε φορά πού
μεταξύ τῆς στεριᾶς καί τῆς ψυχῆς μας βλασταίνει
τό νερό σου –
ἄχ, καί μόνο τότε νά ‘ξερες, ἀνεμοστρόβιλε τοῦ θανάτου,
καί σύ, γαλήνια ἐρημιά τῆς ἐπιφάνειας τοῦ νεροῦ,
πόσο πολύ θά ἤθελα νά φιλήσω τά πόδια σας καί νά ζητήσω συγχώρεση.

18
Ἄς ὑμνήσουμε τή γῆ μας,
ἄς ὑμνήσουμε τό φεγγάρι στό νερό,
ὅ,τι δέν εἶναι μέ κανέναν ἀλλά εἶναι μέ ὅλους,
ὅ,τι δέν εἶναι πουθενά μά βρίσκεται παντοῦ
κι ἔχει τό μέγεθος ματιοῦ χελιδονιοῦ,
ψίχουλου ἀπό ξερό ψωμί,
σκάλας στά φτερά μιᾶς πεταλούδας,
σκάλας ἀφημένης ἀπό τόν οὐρανό.

Δέν εἶναι μόνο δυστυχία ἤ οἶκτος
τό χαλινάρι τῆς καρδιᾶς μου,
ἀλλά εἶναι καί τό γέλιο σου
ὑπέροχο νερό.

Ἄς ὑμνήσουμε τό λούσιμο τῶν ἀνεκτίμητων, τῶν σκοτεινῶν
κλαδιῶν στό ζωντανό γυαλί
καί τά πνεύματα ὅλα, τά ἄυπνα
πάνω ἀπό κάθε σπόρο στή γῆ.
Ἄς ὑμνήσουμε καί τό γεγονός ὅτι ὑπάρχει ἀνταμοιβή,
ὅτι ὑπάρχει φραγμός γιά τό κακό,
ὅτι ὑπάρχει ἔπαινος γιά τή γῆ
ὅπως ὑπάρχει γιά τόν κῆπο του ὁ κηπουρός.
1986

ΔΟΚΙΜΙΑ

Durs Grünbein

Γιατί νά ζοῦμε χωρίς νά γράφουμε

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΦΩΤΕΙΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ – ΣΤΕΛΛΑ ΤΣΙΛΕΔΑΚΗ

Ὑπάρχουν τρία ἐρωτήματα στά ὁποῖα ὑποβάλλεται συνεχῶς ἕνας ποιητής ἀπό τή στιγμή πού καθιερώνεται, δηλαδή ὅταν δέν εἶναι πάντοτε ὑποχρεωμένος νά προφέρει συλλαβιστά τό ὄνομά του καί ὅταν τό βιογραφικό του ἀνάγεται σέ δυό-τρεῖς τετριμμένες φράσεις. Δέν ἔχει καμιά σημασία τό γεγονός ὅτι οἱ φράσεις αὐτές προέρχονται ἀπό τίς κοινοτοπίες τῶν φακέλων κάποιου γραφείου δημοσίων σχέσεων. Τό σημαντικό εἶναι ὅτι ἐκεῖνος ἐπέδειξε ἀρκετή ἀντοχή κατά τήν ἄσκηση τῆς μοναχικῆς τέχνης του, κάτι πού μπορεῖ νά θυμίζει ἅλμα ἐπί κοντῶ καί ἐντυπωσιακά ἀγωνίσματα σπρίντ, πιθανότατα ὅμως, ἔχει περισσότερα κοινά στοιχεῖα μέ τήν ἀνία ἑνός μαραθωνοδρόμου. Ὅπως καί νά ‘χει, ἔρχεται μιά μέρα πού ὁ ποιητής ἀνακαλύπτει ὅτι στέκεται κάτω ἀπό τόν οὐρανό καί μπροστά σέ μερικούς περίεργους. Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι βαριά ἀπό ἰδέες παλιές, φαντασιώσεις γιά τή ζωή τοῦ ποιητῆ οἱ ὁποῖες δέν ἔχουν ἀλλάξει ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ὁμήρου. Βάζω ὅ,τι στοίχημα θέλετε: αὐτές ἐκφράζονται πάντα μέ τή μορφή τῶν ἴδιων τριῶν ἐρωτημάτων. Μέ τό τέλος τῆς ἀνάγνωσης δέν ὑπάρχει οὔτε κάν ὁ παραμικρός δισταγμός ἤ ξερόβηχας. Λές καί τά ἐρωτήματα βρίσκονταν πάντα ἐκεῖ, ἕνα εἶδος διάχυτης περιέργειας, ἕνα κατάλοιπο θαυμασμοῦ μέ μιά δόση σκεπτικισμοῦ καί λίγης ὑπεροψίας.
«Μπορεῖτε στ’ ἀλήθεια νά ζεῖτε ἀπ’ αὐτό;» εἶναι τό πρῶτο ἐρώτημα. Εἶναι ἐκεῖνο πού ἀνοίγει πάντοτε τό χορό καί εἶναι μᾶλλον ἐκεῖνο πού ἐνδιαφέρει τά μέγιστα σέ μιά κοινωνία στήν ὁποία κυριαρχοῦν ἡ ἀγορά καί ἡ κατανάλωση. Τό χρῆμα καθορίζει πρότυπα κι ἐπιλύει προβλήματα. Τό χρῆμα εἶναι ἐκεῖνο πού προσμετρᾶ τήν ἀξία κάθε ἀτόμου ὁποιοδήποτε γένος ἤ ἰδιότητα κι ἄν ἔχει: σέξι χορεύτρια σέ νάιτ κλάμπ, μηχανικός αὐτοκινήτων, ἐποχικός ἐργάτης σέ χωράφια, στρατιωτικός κατάσκοπος πού ὑποσκάπτει μιά ἐχθρική δικτατορία, ἤ –ἐξαιτίας ποιός ξέρει ποιᾶς νεανικῆς ἐπιπολαιότητας ἤ διαστροφῆς τοῦ χαρακτήρα– ποιητής. Μπορεῖτε νά ζεῖτε ἀπ’ αὐτό; Πρόκειται γιά τήν ἀναζήτηση ἑνός κοινοῦ παρονομαστῆ, γιά τόν ἐλαφρῶς σαρκαστικό καταλογισμό ἑνός κινήτρου ταπεινοῦ, ἀπό τό ὁποῖο ἀκόμα κι ἕνας ποιητής-θιασώτης τῆς φαντασίας δέν θά ἀποτολμοῦσε νά ξεφύγει χωρίς νά διατρέχει τόν κίνδυνο νά παραπατήσει. Αὐτός πού λέει πολλά χωρίς νά πληρώνεται μοιάζει μ’ ἐκεῖνον πού κάνει κήρυγμα στηριγμένος στό ἕνα του πόδι: δέν θά μπορέσει ν’ ἀντέξει πολύ. Τό ἐρώτημα εἶναι ἕνα συνειδητό καί κακόβουλο σχόλιο γι’ αὐτήν ἀκριβῶς τή στάση τοῦ φλαμίνγκο ἤ τῆς στρουθοκαμήλου. Τό νά ζεῖτε ἀπ’ αὐτό θέλει μ’ ἄλλα λόγια νά πεῖ ὅτι αὐτές οἱ ἄγονες ἀκροβασίες, οἱ ταχυδακτυλουργίες, οἱ ἐπιδεξιότητες, πρέπει νά ἔχουν ἀγοραστική ἀξία, ἡ ὁποία σίγουρα ὑπολείπεται ἀπό τήν ἀξία πού θεωρεῖται ὅτι ἔχουν ὡς πρός τή σπουδαιότητά τους. Στά εὐαίσθητα αὐτιά τῶν ποιητῶν αὐτό θά ἀκουστεῖ ὡς ἀπειλή, μιά ἀδιάκριτη ὑπενθύμιση μιᾶς κακῆς συνήθειας, μιά προειδοποίηση γιά κάτι τό ὁποῖο εἶναι βέβαιο ὅτι θά ὁδηγήσει σέ παρασιτισμό, στό ζεστό μπάνιο ἑνός ἐπιχορηγούμενου ἀπό τό κράτος ξενώνα.
Τό πρόβλημα συνήθως ἐπιλύεται λίαν συντόμως μέ μιά ἀναφορά στήν ἀμοιβή γιά τήν ἀνάγνωση πού μόλις ἔχει τελειώσει (τήν ὁποία ὁ ποιητής ἀσφαλῶς θά δηλώσει στήν ἐφορία). Τό γεγονός ὅτι μιά τέτοια εὐνόητη σύνδεση δέν γίνεται ἀπό τούς περισσότερους ἀντιληπτή, ὀφείλεται στή δημόσια εἰκόνα τῆς λογοτεχνίας ὡς ἐπιχορηγήματος. Σπάνια χρειάζεται κανείς νά πληρώσει γιά νά ἔχει τό προνόμιο νά ἀκούσει τό πουλί τοῦ παραδείσου (καί νά τοῦ ὑποβάλει τέτοια ἐρωτήματα καθώς καί ἄλλα παρόμοια). Λίγοι θά τά ἀκουμποῦσαν ἄν χρειαζόταν. Ἡ δωρεάν ἀκρόαση τοῦ βάρδου θεωρεῖται δικαίωμα. Ὁ ἴδιος φιλότεχνος ὁ ὁποῖος θά πλήρωνε ἑκατοντάδες δολάρια γιά ἕνα εἰσιτήριο πρώτης θέσης γιά νά ἀκούσει τόν τάδε παραχαϊδεμένο τενόρο, ὑποθέτει σιωπηρά ὅτι ὁ ὑποχωρητικός λιμπρετίστας, ὁ τεχνίτης τῶν λέξεων μέ τήν ἁπαλή φωνή καί τίς κυματίζουσες χειρονομίες, ἄν ἐπιμένει γιά κάποιο λόγο νά ἐμφανίζεται αὐτοπροσώπως, θά τό κάνει δωρεάν. Τό ἐρώτημα γιά τό ἄν κερδίζει τά πρός τό ζῆν εἶναι μισή κατηγορία, μισή συγκατάβαση, γιατί ὁ ἐρωτώμενος μοιραῖα δίνει τήν ἐντύπωση ἑνός φτωχοῦ σέ ἡμερήσια ἀπόδραση ἀπό τή μοναξιά τοῦ κελιοῦ του, ὁ ὁποῖος κάθεται ἐκεῖ ἥσυχα καί ἀπαγγέλλει μεγαλόφωνα τά δυσνόητα μηνύματά του, λίγο νευρικός, λές καί ἔχει ὁπλισμένους φρουρούς σέ κάθε πλευρό του, σπάνια εὐθύβολος. Τό ὑλικό του εἶναι τόσο κρυπτογραφικό ὅσο καί τά μυστικά μηνύματα πού περνοῦν ἀπό χέρι σέ χέρι μέσα στή φυλακή, ἐκεῖνα τά τσαλακωμένα κομματάκια χαρτί πού ὁ κομιστής τους μοιάζει νά τά ἔχει περάσει λαθραῖα κάτω ἀπό τή γλώσσα του. Τό σάλιο πού ξεφεύγει ἀπό τό στόμα ἐκείνου πού διαβάζει εἶναι μιά μικρή μακάβρια ἠχώ ἀπό ἐκεῖνα τά κομματάκια χαρτί πού κολλᾶνε, ἀκόμη περισσότερο ὅμως εἶναι τά ἴδια τά ποιήματα, ἐκεῖνες οἱ μινιμαλιστικές σπασμωδικές γραφές, ἐκεῖνες οἱ κωδικοποιημένες ἐκκλήσεις σέ μιά μυστική γλώσσα. Πρέπει ἄραγε νά τό ἀποδεχτῶ αὐτό καί νά τό μεταδώσω, ἀναρωτιέται ὁ σκεπτικιστής ἀκροατής• περί τίνος πρόκιται; Πρῶτα θέλω νά μάθω ἄν εἶναι κάν δυνατόν νά ζεῖ κανείς ἀπό τέτοια μηνύματα, βγαλμένα ἀπό τή μακροχρόνια ἀπομόνωση. Ὁ Μπάζιλ Μπάντινγκ (Basil Bunting), ἕνας θυμωμένος Ἄγγλος, μέλος τοῦ κύκλου τοῦ ἐξίσου θυμωμένου Ἔζρα Πάουντ, δίνει ἕνα πορτρέτο τοῦ σκεπτικιστῆ στό ποίημα-μονόλογο «Τί εἶπε ὁ Πρόεδρος στόν Τόμ»:

Ἡ Ποίηση; Εἶναι χόμπι.
Ἐγώ συλλέγω μοντέλα τρένων.
Ὁ κ. Σῶ, ἐκεῖ, ἐκτρέφει περιστέρια.

Δέν εἶναι δουλειά. Δέν χύνεις ἱδρώτα.
Κανείς δέν πληρώνει γι’ αὐτό.
Θά μποροῦσες νά διαφημίσεις σαπούνι.

Τέχνη – εἶναι ἡ ὄπερα• ἤ τό θέατρο ρεπερτορίου –
Τό Τραγούδι τῆς Ἐρήμου.
Ἡ Νάνση ἦταν στή χορωδία.

Ἀλλά νά ζητᾶς δώδεκα λίρες τήν ἑβδομάδα –
παντρεμένος, ἔτσι δέν εἶναι; –
Ἔχεις θράσος.

Πῶς θά μποροῦσα νά κοιτάξω ἕναν εἰσπράκτορα λεωφορείου
καταπρόσωπο
ἄν σέ πλήρωνα δώδεκα λίρες;

Καί ποιός λέει πώς σέ τελική ἀνάλυση εἶναι ποίηση;
Τό δεκάχρονο παιδί μου
μπορεῖ νά τό κάνει καί νά ὁμοιοκαταληκτεῖ.

Παίρνω τρεῖς χιλιάδες σύν τά ἔξοδα,
ἁμάξι, κουπόνια,
εἶμαι λογιστής, ὅμως.

Κάνουν ὅ,τι τούς λέω,
στήν ἑταιρεία μου.
Ἐσύ τί κάνεις;

Μικρές ἀηδιαστικές λέξεις, μεγάλες ἀηδιαστικές λέξεις,
εἶναι ἀνθυγιεινό.
Θέλω νά πλυθῶ ὅταν συναντῶ ἕναν ποιητή.

Εἶναι Κόκκινοι, χρῆστες,
ὅλοι τους παραβατικοί.
Αὐτά πού γράφεις εἶναι γιά πέταμα.

Ὁ κ. Χάινς τό λέει, καί εἶναι δάσκαλος,
πρέπει νά ξέρει.
Πήγαινε νά βρεῖς δουλειά.

Ἄν νομίζετε ὅτι αὐτή ἡ σκηνή ἀπό τό 1965 εἶναι ἐλαφρῶς παρωχημένη –ἄν καί δέν βλέπω τό λόγο–, τότε ἀρκεῖ ἁπλῶς νά ἀντικαταστήσετε τήν πληθώρα τῶν προκαταλήψεων πού παραμονεύουν μέσα σας γιά τήν ἀποκαλούμενη μοντέρνα ποίηση. Ἀκατανόητη, ἑρμητική, ἐλιτίστικη, κοινωνικῶς περιττή, ἐπιεικής, ἐγκεφαλική κ.λπ. Καί νά τή συγκρίνετε μέ τόν εὐχάριστα κοφτό τόνο τοῦ προέδρου στό ποίημα τοῦ Μπάντινγκ, τό ὁποῖο, ὅλως περιέργως, προέρχεται ἀπό μιά συλλογή μέ τίτλο «Ὠδές». Προφανῶς, ὁ ἴδιος ὁ ποιητής τό θεώρησε ἀρκετά ἐκφραστικό γιά νά τό συμπεριλάβει σέ μιά ἀπό τίς σπάνιες βιβλιοφιλικές του ἐκδόσεις, ἀνάμεσα σέ ἀνούσια πυκνά ποιήματα γιά τή φύση, θεόστεγνες ἱστορίες γιά τίς παρυφές τῆς Εὐρώπης. Φαίνεται ὅτι πρόκειται γιά ἕνα πρόβλημα τῆς ποίησης προγενέστερο ἀπό κάθε ζήτημα μορφῆς, σχετικά μέ τό ἄν ἔχει κάν τό δικαίωμα νά ἐμφανίζεται ἐνώπιον τοῦ κόσμου τῆς σοβαρῆς ἐργασίας. Τό ἐπάγγελμα εἶναι ἡ ραχοκοκαλιά τῆς ζωῆς, ἀναφέρει ὁ Νίτσε. Ὑπ’ αὐτή τήν ἔννοια ὁ ποιητής εἶναι εἶδος ὑπό ἐξαφάνιση, καταδικασμένος νά ζεῖ χωρίς ραχοκοκαλιά. Ἴσως αὐτός νά εἶναι ὁ λόγος πού καταφεύγει τόσο συχνά σέ ἄλλοθι. Ὅταν τοῦ ὑποβάλλουν τό ἐρώτημα, αὐτός ἀναφέρεται στίς ἄλλες ἀσχολίες του. Μιλᾶ γιά τήν καθημερινή δουλειά του ὡς ἐπιμελητής καί μεταφραστής, μουρμουρίζει κάτι γιά ἄρθρα σέ διακεκριμένα ἑβδομαδιαῖα περιοδικά, μεταθέτει τήν προσοχή στήν παραγωγή του στόν πεζό λόγο καί τή συγγραφή κριτικῶν, πράγματα τά ὁποῖα καί στά δικά του μάτια τόν φέρνουν πιό κοντά στήν πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων. Θέλει νά δείξει ὅτι ἐνδιαφέρεται γιά ἀρχές, γιά τή δική του θεωρητική συνεισφορά σέ αὐτό πού ἡ σύγχρονη φιλοσοφία ἀποκαλεῖ ἡ λογική τῶν αἰσθήσεων. Ἐνδιαφέρεται κι αὐτός γιά μιά μέθοδο τοῦ στοχασμοῦ (κι ὄχι μόνο γιά ἡλιοβασιλέματα καί λουλούδια). Ὑπόσχεται ὅτι ἀσχολεῖται μέ κάτι περισσότερο ἀπό τήν τυχαία προσωπική ἔκφραση, ὅτι ἐρευνᾶ τά θεμελιώδη. Ἀξιοποιεῖ μέ ἄνεση τήν εὐστροφία ἑνός Ἄριελ, τήν ἐπιδεξιότητά ἑνός Ἑρμῆ, στήν κατανόηση τῶν ἐπιστημῶν. Ἄν ἔχει ἐπιτυχία, κάνει ἕναν ὑπαινιγμό γιά τίς μοναδικές δυνατότητες πού εἶναι ἐγγενεῖς στήν ἐκκεντρική του θέση. Στή συνέχεια, παραμερίζοντας εὐγενικά, εἰσάγει τόν ποιητή ἐν γένει, τίς καλοακονισμένες ἐκεῖνες αἰσθήσεις πού ἔχουν ἀνοίξει νέους δρόμους γιά τό ἀνθρώπινο γένος σέ πολλούς τομεῖς, πολύ προτοῦ ἡ ψυχογλωσσολογία ἤ ἡ φιλοσοφία τῆς τέχνης ἀποκτήσουν τό δικό τους πεδίο ἔρευνας, ἀλλά καί πολύ ἀργότερα. Γιατί δέν ἔχει διευκρινιστεῖ ἀκόμη, λέει στό τέλος, ποιός ἐκμεταλλεύεται ποιόν. Ἡ φαινομενολογία καί ἡ διαλεκτική σκέψη, ἡ δημοσιογραφία καί ἡ διαφήμιση, ἡ ἰλιγγιώδης αὔξηση ὅσων γράφουν, συμπεριλαμβανομένου ἀκόμα καί τοῦ πιό πρόσφατου ἐγχειριδίου αὐτοβοήθειας, ἔχουν γευτεῖ τήν πίτα τῆς ποίησης. Ἔχουν γίνει ἀποδέκτες ἑνός δώρου τό ὁποῖο καί οἱ δικοί του δημιουργοί ἀπέκτησαν, ἄν ἔχουν τή διάθεση νά εἶναι εἰλικρινεῖς, μέ τή σειρά τους ὡς δῶρο – ἕνα δῶρο, σύμφωνα μέ τούς ἀρχαίους Ἕλληνες, ἀπό τίς Μοῦσες. Κι ἔτσι ὁ ποιητής ζητᾶ, γιά πρώτη φορά μ’ ἕνα ἐλάχιστο ἴχνος εἰρωνείας, νά παραμεριστεῖ κάθε ἀμφισβήτηση περί καθήκοντος καί ἰδιοκτησίας. Λιγάκι πιό ἤρεμος τώρα, ἐπανέρχεται γιά νά ἀναπτύξει τό προνόμιο πού παρέχει τό γράψιμο – τό προνόμιο νά χρησιμοποιεῖ κανείς τό ταλέντο τῆς παρατήρησης καί τῆς λεκτικῆς δεξιοτεχνίας του, γιά νά κάνει ρητές ἀναφορές στήν ἀνθρώπινη κατάσταση, γιά νά κάνει παρατηρήσεις γιά τόν πραγματικό κόσμο καί ταυτόχρονα, νά τόν μεταφράσει σέ μεταφυσική. Ἴσως σκεφτεῖ, ἀκόμη, νά παρουσιάσει τό γράψιμο ὡς ἰδιαίτερη μορφή κατανόησης ἤ, ἀκολουθώντας μιά πρωτότυπη ἰδέα τοῦ Νοβάλις, ὡς προοδευτική ἀνθρωπολογία. Μόλις βρεθεῖ ἐντός τοῦ πεδίου του, θά ἐπιμείνει στήν ἄποψη ὅτι ἡ ποίηση εἶναι ἡ πιό παράδοξη καί σύνθετη μορφή στοχασμοῦ, κι ἑπομένως ἡ πολυτιμότερη συνεισφορά σέ μιά φυσική ἱστορία τῆς σκέψης καί τῆς αἴσθησης. Ἄν καταφέρει τελικά νά τήν ἐξυψώσει σέ ἀπόδειξη τῆς ὕπαρξης, μεταρσιωμένη πάνω ἀπό κάθε τραπεζική ἐπιταγή καί μέ πολιτιστική ἀξία σχεδόν ἀνεκτίμητη, τότε ἴσως οἱ ἄλλοι, τελικά, νά τόν ἀφήσουν ἥσυχο, περισσότερο ἐπειδή θά ἔχουν ἐξαντληθεῖ παρά ἐπειδή θά ἔχουν πειστεῖ. Ἀλλά ἀμέσως μετά, βάζω ὅ,τι στοίχημα θέλετε, θά ἀκολουθήσει τό δεύτερο ἐρώτημα, τό σῆμα ἐκκίνησης γιά μιά ἐξερεύνηση στή βιογραφική ἐνδοχώρα: «Πότε ἀρχίσατε νά γράφετε;»

Αὐτό τό ἐρώτημα φαίνεται νά εἶναι εὐθύτερο. Εἶναι ἀρκετό νά ἀναφέρετε τή μιά ἤ τήν ἄλλη ἡμερομηνία, προσφεύγοντας σέ κάποιο παιδικό ψεύδισμα στήν ἀπαγγελία, σέ κάποια σκηνή παραμυθιοῦ μετά τήν ὁποία δέν ἤσασταν ποτέ πιά οἱ ἴδιοι. Ἤ, ἀκολουθώντας τόν Προύστ, ἀρκεῖ νά ἀναφέρετε τήν ἀνάμνηση ἐκείνης τῆς πρώτης ξάγρυπνης νύχτας, ὅταν, ἀντί νά κάνετε ἐπανάληψη στίς σημειώσεις τῆς φωτοσύνθεσης γιά τό τέστ τῆς βιολογίας τό πρωί, ἀρχίσατε νά ξεγλιστρᾶτε ἀπό τό παρόν σκαρώνοντας σονέτα γιά μιά ὁλόκληρη ἑβδομάδα, μέχρι πού φτάσατε τά πενήντα. Ἤ ἀναφέρεστε σέ κάποιο πρώιμο τραῦμα, ὅταν βρίσκατε καταφύγιο μακριά ἀπό τήν οἰκογένεια σέ κάτι φυλλωσιές, στίς ὁποῖες μπορούσατε νά συρθεῖτε κάθε φορά μόνο μ’ ἕνα στίχο, ὅταν φτάνατε θριαμβευτικά στό ξέφωτο πού μπορούσατε νά τό ἀγγίξετε μόνο μέ τό γράψιμο, μέ τό μαγικό ραβδί τῶν λέξεων, καί πῶς πρωτοσυναντήσατε τόν Ἄλλο, ἐκεῖνο τόν Ἄλλο στόν ὁποῖο τελικά μεταμορφωθήκατε, καθώς σᾶς ἀπορροφοῦσε ὁλοένα καί περισσότερο αὐτό τό μοναχικό παιγνίδι.
Ἀρχικά τό ἐρώτημα τοῦ πότε ἀκούγεται πιό ἀθῶο, ἀλλά ἔχει κι αὐτό τό κρυμμένο νόημά του. Ἔρχεται στό προσκήνιο γενικά περισσότερο ντροπαλά, ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι γράφουν κι ἐκεῖνοι πότε πότε στόν ἐλεύθερο χρόνο τους, ἤ ἔχουν συστήσει ὁμάδες ἀνάγνωσης γιά νά ἐντρυφήσουν στίς προθέσεις τῶν ἀγαπημένων τους εἰδώλων. Αὐτοί οἱ καλοί ἄνθρωποι ἔχουν κάποια ἐπίγνωση τοῦ πῶς προχωρεῖ ἡ ἔρευνα. Ὅταν μιά μέρα προσδιορίσουν ἀπό ποῦ προέρχεται τό γράψιμο, πῶς ἔγινε ἐμμονή, σέ ποιό βαθμό ὀφείλεται στήν κληρονομικότητα, στήν καλλιτεχνική ἐκπαίδευση, στό πολιτιστικό περιβάλλον τοῦ τόπου ἤ στά προσωπικά ἐμπόδια, πόσο βοήθησαν ἤ δέν βοήθησαν οἱ συγκρούσεις μέσα στήν οἰκογένεια, οἱ πρῶτες ἀναγνωστικές προτιμήσεις καί οἱ μεγαλύτερες ἤ μικρότερες ἀποκλίσεις ἀπό τό καθιερωμένο ἐκπαιδευτικό πρόγραμμα – ὅταν ἐξιχνιάσουν, τελικά, τό μυστήριο εἰσβάλλοντας ἀδιάκριτα μέσα σ’ αὐτό κι ὄχι μέ μικρές στατιστικές ταχυδακτυλουργίες, θά μᾶς ἐνημερώσουν μέ περηφάνια. Καθώς αἰσθάνονται ὅτι ἔχουν τόν ἴδιο πνευματικό κόσμο ἤ ὅτι εἶναι σύμμαχοι, ἀρχίζουν νά παρουσιάζονται αὐτόκλητοι μ’ ἕναν τρόπο εὐγενικό ἀλλά καί ἀνυποχώρητο. Ἡ περιέργειά τους ἑστιάζει κυρίως στήν παιδική ἡλικία, στίς πολυάριθμες ἀφώτιστες γωνιές καί κρυψῶνες της, ὅπου ἡ animula, ἐκείνη ἡ μικρή ψυχή-πεταλούδα, βγῆκε ἀπό τήν κάμπια της καί πέταξε μιά μέρα στόν ἀέρα. Μέ ἄλλα λόγια θά ἤθελαν, στήν ἰδανική περίπτωση, νά δημιουργηθεῖ μιά κλειδαρότρυπα στό παρελθόν, γιά νά κατασκοπεύσουν τό προσωπικό σκηνικό στό ὁποῖο ἔλαβαν χώρα αὐτές οἱ μεταμορφώσεις. Καί σ’ αὐτό τό σημεῖο τό ἐνδιαφέρον τους συμπίπτει μ’ ἐκεῖνο τοῦ συγγραφέα. Γιατί κι ἐκεῖνον δέν θά τόν πείραζε νά μάθει πῶς ξεκίνησαν ὅλα – ἔστω καί μόνο γιά νά μπορεῖ νά τό διηγεῖται στά ἐγγόνια του. Θά εἶχε κι ἐκεῖνος νά ὠφεληθεῖ ἀπό μιά μοντέρνα κατασκοπευτική τεχνική, ἡ ὁποία θά τοῦ ἀποκάλυπτε μιά διαδρομή ζωῆς ἀπό τήν αὐγή τῆς ἴδιας του τῆς συνείδησης. Ἀλλά, ἀβοήθητος καθώς εἶναι, τό μόνο πού μπορεῖ νά κάνει εἶναι νά προβάλλει γενικά τίς σκόρπιες, καί ὥς ἕνα βαθμό ἀμφιβόλου ἀξιοπιστίας, εἰκόνες τῆς μνήμης του.
Γιά παράδειγμα, ἡ ζεστή σπηλιά τοῦ κρεβατιοῦ ὅπου διάβαζε τόν Ἰούλιο Βέρν καί τόν Τζέιμς Φένιμορ Κοῦπερ μέ φακό ἀργά τή νύχτα, γιά νά τόν τσακώσουν ὄχι οἱ Χιοῦρον ἀλλά ὁ πατέρας του, πού τραβώντας τό μαξιλάρι του ψιθύριζε «Σβῆσε τό φῶς!». Ἤ ἡ παράξενη συνήθειά του, ὅταν περνοῦσε τά καλοκαίρια στῆς γιαγιᾶς του, νά τριγυρίζει μέσα στό διαμέρισμα ντυμένος στήν τρίχα, τραγουδώντας, ὁπλισμένος μέ τό μικρό, σάν στιλέτο, μαχαίρι γιά ἀκόνισμα ἀπό τό ἐπάνω συρτάρι τοῦ ντουλαπιοῦ στήν κουζίνα, μιμούμενος τήν πόζα πού εἶχε δεῖ στήν εἰκονογραφημένη ἔκδοση τοῦ Σαίξπηρ, ἡ ὁποία εἶχε πρότυπο τήν καταχθόνια φιγούρα τοῦ πρίγκιπα Ἄμλετ. Ἤ ὁ κρυφός ὅρκος πού ἔκανε ὅταν διάβασε τούς Μπούντενμπροκ στό σχολεῖο: ὅταν ἔχεις φτάσει σ’ αὐτή τήν ἡλικία θά πρέπει νά ἔχεις κάνει κάτι τόσο ὡραῖο … κι ὅ,τι ἀπέμεινε ἀπ’ αὐτό ἦταν ἡ μυστική δύναμη τῆς λέξης ὅρκος, ὥς σήμερα. Ὄχι, ὅλα αὐτά δέν εἶναι ἀρκετά γιά νά ἐφοδιάσουν ἕναν πλήρη ἰατρικό φάκελο μέ μιά ἀνάμνηση ἐκμαιευμένη, ἡ ὁποία νά μπορεῖ νά πιστοποιηθεῖ. Τό κύρος μιᾶς τέτοιας ξεκάθαρης καί παραγεμισμένης προϊστορίας εἶναι ἀποκύημα τῆς φαντασίας.
Τό πρῶτο κεφάλαιο κάθε Bildungsroman φαίνεται ὅτι εἶναι προορισμένο νά βρίσκεται στό ἡμίφως, λές καί κάθε καλλιτέχνης δέν ἔχει ἄλλη ἐπιλογή παρά νά τοποθετήσει τήν αὐτοπροσωπογραφία του ἀνάμεσα σέ παιδικά λογάκια καί τραγουδάκια καί, ἤ ὅπως ὁ Τζόυς, ἀνάμεσα στήν Ντάντε καί τίς ἀγελάδες. Γιατί τό πότε, παρασύρει ἁπλῶς σέ μιά πυρετώδη ἔρευνα γιά πράξεις πρωταρχικές, καί πίσω ἀπό κάθε ἀπαρχή βρίσκεται μιά ἄλλη ἀπαρχή, κάθε πρωταρχική αἰτία κρύβει μιά ἄλλη. «Μήν ἐμπιστεύεστε κανένα ἀνέκδοτο γιά πρῶτα ξεκινήματα» εἶναι στήν πραγματικότητα ἡ μόνη καλή συμβουλή. Αὐτό πού μοιάζει μέ πρώτη φορά δέν εἶναι στήν πραγματικότητα παρά ἕνα déjα vu, μιά ἐπίσημη πρεμιέρα ὕστερα ἀπό μιά μακρά περίοδο δοκιμῶν, κάποια σκηνή τήν ὁποία ἡ μνήμη μέ ἄνεση φέρνει στό φῶς. Δέν μπορεῖ παρά νά θυμίζει τίς μουσειακές ἐγκαταστάσεις σέ σπίτια συγγραφέων, μέ τό γραφεῖο ροκοκό ἐγκατεστημένο μπροστά στό παράθυρο – ὅλα, φυσικά, ὅπως ἦταν, ἡ θέση τῆς ἔμπνευσης ἀκριβῶς ὅπως τήν ἄφησε ὁ κύριος, ἀκόμα ζεστή, μέ τά χαρτιά ἀνακατεμένα καί τό μελανοδοχεῖο ἀνοιχτό.
Στήν πραγματικότητα, τό μόνο καλό πού ἔχει τό ἐρώτημα εἶναι ἡ νύξη τῆς νοσταλγίας. Τό φαινόμενο πού ἐρευνᾶ δειλά εἶναι προφανῶς πολύ μεγαλύτερο ἀπό ὁτιδήποτε μπορεῖ νά εἰπωθεῖ γι’ αὐτό. Στά βάθη τῆς ψυχῆς τους καί οἱ δύο συμμετέχοντες γνωρίζουν ὅτι δέν ὠφελεῖ καί πολύ νά κραδαίνει κανείς ἕνα ἐρωτηματολόγιο μπροστά στό μυστήριο τῆς δημιουργικότητας. Γιατί ποτέ δέν θά μπορέσει νά συλλάβει τό πρῶτο ἀπόκρυφο μουρμούρισμα πού γίνεται ξεκάθαρο, κάθε κατοπινή προσπάθεια δέν μπορεῖ νά εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μιά καλοπροαίρετη ἀλλά, σέ τελική ἀνάλυση, θολή ἀνακατασκευή. Ἔχει βέβαια κανείς τή δυνατότητα νά ἀκολουθήσει τό παράδειγμα τοῦ Προύστ καί νά βαδίσει τήν ὁδό τῆς ὁλοένα καί μεγαλύτερης ἐκλέπτυνσης, διαχωρίζοντας τίς ἀναμνήσεις σέ ἑκούσιες καί ἀκούσιες καί ἀποδεχόμενος μόνο ἐκεῖνες οἱ ὁποῖες γλιστροῦν ἀπρόσκλητες στό φωτογραφικό ἄλμπουμ. Μέ αὐτό τόν τρόπο ἀποκτᾶ τουλάχιστον πρόσβαση σ’ ἕνα εἶδος παρασκηνίου, στό μέρος ὅπου οἱ ἀρχέγονες εἰκόνες λαγοκοιμοῦνται μέσα στά βιβλία τῶν παιδιῶν, στούς χαρακτῆρες πού πλάθονται ἀπό τήν ἐπιδέξια πένα, στά συνηθισμένα ἀντικείμενα πού μπορεῖ κανείς αἰώνια νά ψηλαφεῖ. Ἄν εἶναι προσεκτικός, μπορεῖ νά ἀνακατευτεῖ καί πάλι μαζί τους, νά τοποθετήσει τό σῶμα του καί πάλι ἀνάμεσα στά δικά τους, ὅπως κάποτε. Ἴσως τά καταφέρει ἀκόμα καί νά ἐπιστρέψει στήν Πρώτη Πράξη, Σκηνή Α΄, στήν πρωταρχκή σκηνή μέσα στό χρυσό ἀνοιξιάτικο φῶς, ἤ τουλάχιστον νά ἀνασυστήσει μιά ἀπό ἐκεῖνες τίς πλούσιες ἐπεισοδιακές στιγμές, ὅταν καθόταν σάν τόν Ἅγιο Ἱερεμία στό κελί του, ὄχι ἀνάμεσα σέ ἱερά βιβλία, τουλάχιστον ὅμως μ’ ἕνα λεξικό συνωνύμων στό χέρι ἀνάμεσα σ’ ἕνα σωρό ἀπό χαρτιά, καί στήν πόρτα ἀντί γιά τό κοιμισμένο λιοντάρι νά εἶναι τό καινούριο ποδήλατο, ποτέ τόσο παραμελημένο ὅσο τώρα, αὐτή τή μέρα τοῦ Ὀκτώβρη. Γιατί γιά πρώτη φορά, ἦταν ἐντελῶς ξεχασμένος στόν ἑαυτό του κι ὄχι στό ξέφρενο καί ἀνέμελο τρέξιμο καί παιγνίδι, ἀλλά μ’ ἐκείνη τήν ἥσυχη ἀπομονωμένη διάθεση, προσηλωμένος σέ κάτι ἀπόμακρο, ἀπ’ ὅπου τό μόνο πού τόν ἐπανέφερε μ’ ἕνα τίναγμα ἦταν μιά ματιά στό ρολόι.
Ποιός, ὅμως, θά μποροῦσε νά πεῖ ὅτι ἦταν, πράγματι, αὐτή ἡ στιγμή τοῦ ξυπνήματος τῆς στοχαστικῆς κατανόησης, τῆς πανάρχαιης καί οὐσιαστικῆς ἔκπληξης ἡ ὁποία ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιά κάθε μελλοντική γραφή; Ἀκριβῶς ὅπως δέν μπορεῖ κανείς νά ἐντοπίσει σέ ποιά περιοχή τοῦ ἐγκεφάλου ἀντιστοιχεῖ ἡ ποίηση –ὅπως οἱ νευρολόγοι ἔχουν παραδεχτεῖ ἐδῶ καί καιρό–, ὅμοια δέν μπορεῖ νά τήν τοποθετήσει στό χρόνο καί νά ἰχνηλατήσει τήν ἄφιξή της στή ζωή ἑνός ἀτόμου. Ὁ στόχος, ἑπομένως, τοῦ ἐγχειρήματος μπορεῖ νά ἔχει πλέον νά κάνει μέ τά πάντα γύρω ἀπό τήν ἐξειδίκευση, τήν κατάλληλη λέξη, τήν ἀκρίβεια τῆς ἔκφρασης, τήν ἀντικειμενοποίηση καί οὕτω καθεξῆς – ἀλλά ὁ τόπος, ὁ χρόνος καί τά ἐλατήρια πού ἔδωσαν τήν πρωταρχική ὤθηση θά μείνουν γιά πάντα στό σκοτάδι. Τό μόνο πού μπορεῖ νά εἰπωθεῖ εἶναι ὅτι ὁ ἐρωτώμενος κάποια μέρα ἄρχισε νά βασανίζεται ἀπό τήν ἐμμονή γιά τήν ποίηση καί ὅτι ἀπό τότε ἔχει γίνει μανιώδης μέ τίς λέξεις, ὅπως ἀκριβῶς κάποιοι ἄλλοι μέ ἐπιδέξια χέρια μποροῦν νά γίνουν τεχνίτες, ἤ ἐκεῖνοι πού διαθέτουν μιά ἕκτη αἴσθηση ἀναπτύσσουν διαίσθηση γιά τήν κίνηση τοῦ χρηματιστηρίου ἤ γιά τίς πολιτικές ἐξελίξεις. Κάποια μέρα συνέβη κάτι, τό ὁποῖο ἀργότερα θά ξυπνοῦσε μέσα του τήν ἐπιθυμία γιά ἀκόμα πιό παράλογες ἀναδρομές. Στό κάτω κάτω τό ἐρώτημα πότε παραβιάζει ἕνα ταμπού, ἐκτοξεύοντας τόν ποιητή πίσω στά πρώιμα λιβάδια τῆς παιδικῆς του ἡλικίας, στήν αὐτοκρατορία τῶν μεγάλων, ἤ ἀκόμα καί τῶν γιγάντων, ὅπου περνοῦσε τόσο πολύ καιρό σάν ἀμήχανος νάνος. Ἄν ἀργότερα τοῦ συνέβαινε, σάν τόν Γκάλιβερ, νά μπερδεύεται ὡς πρός τό μέγεθος καί νά αἰσθάνεται μερικές φορές τόν ἑαυτό του πολύ μεγάλο, ἤ συχνότερα πολύ μικρό, αὐτό εἶχε ἐνδεχομένως νά κάνει μέ τήν παραμορφωμένη ἀντίληψη τήν ὁποία διέθετε ὡς συγγραφέας. Σέ κάθε περίπτωση, τέτοιες μεταμορφώσεις καί ἀνατροπές ἦταν μέρος τοῦ παιχνιδιοῦ.
Ὅλα αὐτά τά θέματα –ἡ αὐτοαπομόνωση, ἡ διχασμένη προσωπικότητα, οἱ μορφές τῆς μνήμης– δέν εἶναι παρά οἱ τίτλοι ἀπό τά κεφάλαια τοῦ ἑνός μοναδικοῦ βιβλίου τό ὁποῖο ὁ καθένας ἀπό μᾶς, κι ὄχι μόνο οἱ ποιητές, γράφει σέ ὁλόκληρη τή ζωή του, κι ὄχι πάντα μέ λογοτεχνικές φιλοδοξίες. Σέ ὁλόκληρη τήν παγκόσμια λογοτεχνία, ἕνας μόνο μέχρι σήμερα ἔχει κατορθώσει νά μετατρέψει αὐτό τό σχέδιο σ’ ἕνα ὁλοφώτεινο σύνολο, δηλαδή νά φτιάξει ἕνα χάρτινο ὁμοίωμα τῆς ἴδιας του τῆς ζωῆς τόσο ζωντανό, πού νά μπορεῖ νά σταθεῖ ἀπέναντι στό φῶς. Γιά μιά ἀκόμα φορά ἀναφέρομαι στόν Μαρσέλ Προύστ, αὐτόν τό θεϊκό ἀναζητητή τῶν ζητημάτων τῆς μνήμης, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔχει προμηθεύσει μέ τήν πιό εὐσυνείδητη ἀπάντηση στό ἐρώτημα πότε ἀρχίσατε. Ἡ πληθωρική αὐτοπροσωπογραφία του, μέ τή μορφή μιᾶς φαινομενολογικῆς μελέτης, κατέληξε στούς ἑπτά τόμους ἑνός πεζογραφήματος λεπτομερέστατα περιγραφικοῦ. Ἐγώ βέβαια, ὡς ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος γενικά περιορίζεται στά ποιήματα, δέν διαθέτω τόσο ἄφθονο χῶρο. Πάνω ἀπ’ ὅλα, ὅμως, ὁ χρόνος γιά ἕνα τέτοιο ἐγχείρημα φαίνεται πώς κατανέμεται διαφορετικά στή ζωή καθενός ἀπό μᾶς.
Ὅσο γιά μένα, αὐτή τήν περίοδο μπορῶ μόνο νά ψηλαφῶ στίχο τό στίχο, νά ψαλιδίζω διάφορες φράσεις ἀπό τή ζωή καί νά τίς μετατρέπω σέ μικρές λιπόσαρκες λωρίδες μέ ἄφθονο χῶρο ἀνάμεσά τους, μέ τά ἅλματα στό χρόνο ἐνσφηνωμένα ἀνάμεσα σέ κορυφές καί κοιλώματα διαφορετικοῦ ὕψους. Τό μόνο πού διαθέτω σήμερα, μέσα ἀπό τήν ἀντάρτικη τακτική μιᾶς μνήμης μέ φτωχή ἀρματωσιά, εἶναι ἡ διαφυγή, τό ἅλμα ἀπό ποίημα σέ ποίημα. Μιά αἰφνιδιαστική ἐπιδρομή ἐδῶ κι ἐκεῖ, κι ὕστερα ἐπιστροφή στό δάσος, στίς προστατευτικές κρυψῶνες τῆς ζούγκλας. Zeit schinden –«παιγνίδι γιά τό χρόνο» λέγεται στά γερμανικά–, τή γλώσσα μέ τήν ὁποία συμβιώνω στό πλαίσιο μιᾶς μονογαμικῆς σχέσης, παρά τήν περιστασιακή ἐξωσυζυγική μου σχέση, καί τῆς ὁποίας ἡ ἐγγενής εὐφυΐα μέ ταξιδεύει στίς πιό ὄμορφες ὀδύσσειες. Στά γερμανικά ὀφείλω τίς πιό σημαντικές ἐνοράσεις μου, καθώς καί κάποιες ἀληθινές στιγμές εὐτυχίας.
Τό ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς τακτικῆς εἶναι στήν καλύτερη περίπτωση ἕνα μυθιστόρημα σέ ἀποσπασματική μορφή, κάτι πού νά ἔχει τήν ποιότητα τοῦ σκίτσου. Κι ἀπό τήν ἄλλη, ὑπάρχουν καί σκίτσα τά ὁποῖα ἔχουν δημιουργήσει πανοραμικούς πίνακες, δοθέντος τοῦ χρόνου. Κάθε αὐτόνομο ποίημα φαίνεται νά εἶναι μιά διαρκής ἐκκίνηση: ἀρχίζει ξανά καί ξανά μόνο καί μόνο γιά νά ὁλοκληρώνεται διαρκῶς βιαστικά. Δείχνει ταπεινό, ἐφήμερο, λές κι εἶναι καταραμένο, σάν νά ἔχει μπλοκάρει στό σταμάτα-ξεκίνα ἀπό τήν τάση του νά ὁλοκληρώνεται ὡς ἁπλή κίνηση, τή στιγμή πού ἔχει ξεκινήσει μέ τήν ἐπιδίωξη νά περιέχει τά πάντα. Κι ὅμως, κάποια μέρα ἴσως ἀναρωτηθεῖ κανείς μήπως τά πράγματα δέν εἶναι ἔτσι, μήπως τό ποίημα δέν εἶναι προϊόν ἐξαιρετικῆς συμπύκνωσης εἴτε ἀπό μιά ἀκολουθία εἰκόνων ἤ κινήσεων, εἴτε ἀπό ἕνα ἐπιχείρημα μέ περίτεχνη ἐκφορά, εἴτε λόγω ἑνός σημαντικοῦ γεγονότος τῆς ζωῆς. Τότε, ἡ κύρια προωθητική δύναμή του εἶναι ἡ σημασιολογική ἀναγωγή. Λίγα συμπλέγματα λέξεων ἐκφράζουν αὐτό πού στό πληθωρικό ἔπος ἁπλώνεται ἐκτενῶς σέ ἑκατοντάδες σελίδες. Ἤ, γιά νά τό θέσει κανείς διαφορετικά: μήπως τά ποιήματα, ἀπό τή στιγμή πού βρίσκονται σέ ἐγρήγορση καί εἶναι ἀνοιχτά στίς ἐντυπώσεις, δέν εἶναι παρά μυθιστορήματα μέ ἄλλη μορφή – κι ἑπομένως δέν προσφέρουν ἐξαιρετική ὑπηρεσία στούς ἀναγνῶστες ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δέν διαθέτουν ἀρκετό χρόνο καί διψοῦν γιά ἔνταση; Αὐτό πού μποροῦν νά προσφέρουν εἶναι μαθήματα συνειδησιακῆς ἐγρήγορσης, τομές χαραγμένες μέ μαχαίρι σ’ ἕναν μπερδεμένο κόσμο. Γιά τούς λάτρεις τῆς συμπύκνωσης καί τῆς δύναμης ἀποτελοῦν μιά διηθημένη ἐμπειρία, συντομογραφίες τῆς ὕπαρξης, σταλαγματιές ἀπό συγκλονιστικές ἐμπειρίες καί ἀποφάνσεις. Δέν ἀποτελεῖ, στήν πραγματικότητα, ἔκπληξη τό γεγονός ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τήν περιέργεια νά μάθουν ἀπό ποῦ πηγάζει κάτι τέτοιο καί πότε πρωτοεμφανίζεται στή ζωή ἑνός ἀνθρώπου. Στό τέλος, ὁ ἐρωτώμενος, ἀκόμα κι ἄν διαθέτει τήν ἀντοχή νά συνεχίσει τίς ἔρευνες μόνος του, θά ἀναγκαστεῖ νά ἐκφράσει τήν ἄποψή του. Ἴσως, ὅπως λένε οἱ δικηγόροι, συμφωνήσει σ’ ἕνα διακανονισμό, φυσικά ποιητικῆς μορφῆς. Κι ὕστερα θά ἐπωμιστεῖ τό ρόλο τοῦ παρατηρητῆ τοῦ ἴδιου του τοῦ ἑαυτοῦ, ὅσο εἶναι δυνατόν κάτι τέτοιο, καί θά περιγράψει τόν πρῶτο του χρόνο. Ἴσως κάπως ἔτσι:
(Σέ διαφορετικό τόνο. «Σφραγισμένο στόν ἄνεμο καί στό καλοκαίρι / Τό φύλλο χλόης στό κομμάτι πάγου ἔξω ἀπό τό ψυγεῖο φυτό, / κοίταξα τριγύρω, νωρίς, πολύ νωρίς, / Μέ μάτια πού θά εἶχαν τρομάξει κάθε μητέρα. // Καί εἶδα παραπάνω ἀπ’ ὅ,τι ἦταν καλό γιά μένα… / Οἱ μικρές μου ἀρθρώσεις ἔπαιζαν τήν πιό γλυκιά μουσική. // Στ’ ἀλήθεια, δέν κοιμόμουν, ἁπλῶς προσποιούμουν, / Στό ρόλο παιδιοῦ (παιγμένο ἀπό παιδί). // Μέσα ἀπό τό γόνιμο λιβάδι κυλοῦσε ἕνας κίτρινος κίνδυνος / ἀκολουθώντας τά ἴχνη τῶν πεταλούδων καί τῶν πικραλίδων. // Χαμηλά στό ἔδαφος καί χωρίς μνήμη / ἔτσι πέρασε ὁ πρῶτος μου χρόνος, // κάπου ἐκεῖ».)

Τό πιό πονηρό, ὅμως, ἐρώτημα εἶναι πάντοτε τό τρίτο. Ἐμφανίζεται στό προσκήνιο πάντα ὅταν τά ἄλλα δύο ἔχουν ἐγκαταλειφθεῖ, ὅπως καί ἡ ἐλπίδα ὅτι θά ὑπάρξει κάποιο κοινό ἔδαφος κατανόησης, πέρα ἀπό τά βάθη καί τά χαρακώματα τῆς ἰδιοσυγκρασίας. Ἐπικρατεῖ σιωπή καθώς ὑποβάλλεται. Ἀποτελεῖ τυπικό παιδικό ἐρώτημα. Ὑπάρχουν διάφορες παραλλαγές, ἀλλά κατά βάση τίθεται ὡς ἑξῆς: «Γιατί γράφετε;»
Ὅπως μπορεῖ κανείς νά ἀντιληφθεῖ, ὁ ἐρωτῶν ἔχει ἤδη ὑποχωρήσει ἕνα βῆμα. Σκέφτεται πῶς θά ἦταν νά περνᾶ ὁλόκληρη τή μέρα ψιλοκοσκινίζοντας λέξεις. Μπορεῖ νά τό φανταστεῖ λιγάκι ἀπό τό γράψιμο ἐπιστολῶν, ἤ ἴσως ἀπό τήν ἐκμάθηση τῆς γαλλικῆς ἤ τῆς ἱσπανικῆς στό σχολεῖο. Τοῦ ἔρχονται στό νοῦ ἀτέλειωτα μαθήματα, κενές ἐκφράσεις πάνω σέ ἄδεια φύλλα χαρτί – καί ἡ ὅλη κατάσταση μοιάζει νά τοῦ θυμίζει ἀγγλικό δοκίμιο τό ὁποῖο πρέπει νά γράφει ἐφ’ ὅρου ζωῆς, μιά ἰσόβια ποινή. Θέτει στό ἐπίκεντρο τῆς εὐσπλαχνίας του τόν καταναγκασμό, τό συστατικό τοῦ βασανιστηρίου, δέν τό βλέπει ὡς περιπέτεια, γλυκιά ἀβεβαιότητα, τήν ἀτμόσφαιρα τῶν μυστικῶν ἐρωτικῶν ραντεβού. Δέν ἔχει ἰδέα γιά τίς μικρές ἀναφλέξεις πού παράγονται ἀπό τήν ἠλεκτροστατική τριβή τῶν λέξεων, γιά τή βουβή εὐτυχία πού προκαλεῖ ἡ φαντασία ὅταν γίνεται τόσο ζωντανή ὥστε νά προξενεῖ μυρμήγκιασμα στό κεφάλι.
Ὅπως ὅλοι οἱ καταναλωτές, ὁ ἐρωτῶν ἔχει μᾶλλον τήν ὀπτική τοῦ μονόφθαλμου, στήν ὁποία ἐπικρατεῖ εἴτε τό ζήτημα τῆς προσπάθειας (τήν ὁποία θεωρεῖ τεράστια καί δυσανάλογη), εἴτε τό ζήτημα τοῦ ἀποτελέσματος, τό ὁποῖο φαντάζει δυσανάλογο γιά μιά τέτοια προσπάθεια, ἕνα ψιλόβροχο ἀπό γράμματα πού σέρνονται ἀργά μέσα στήν ἄνυδρη ἔρημο τοῦ ἀλφαβήτου, ἕνα ἑρμητικό πρωτόκολλο πού παίρνει συγκεκριμένη μορφή σέ λίγες τυπωμένες σελίδες ἀμφίβολης χρησιμότητας. Στή χειρότερη περίπτωση, θά τόν ἀπογοητεύσει αὐτή ἡ παραίτηση ἀπό τή ζωή στόν ἔξω κόσμο, τῶν μεγάλων ἁπτῶν σχεδίων, ἀπό μιά ζωή, ὅπως τή θεωρεῖ ὁ ἴδιος, ἐξωστρεφή, περιπετειώδη καί ἐπαγγελματική – ἀρκετά ὅμοια μέ τή δική του.
Αὐτό πού ἀποτυγχάνει παντελῶς νά ἀντιληφθεῖ εἶναι οἱ χαρές τῆς δημιουργίας, ἡ καθαρή ἀπόλαυση αὐτῆς τῆς παράξενης ἀλχημικῆς διαδικασίας, γιά τήν ὁποία ὑπάρχουν μόνο λίγες, σκόρπιες συνταγές καί ἡ ὁποία κατά βάθος εἶναι τόσο παλιά ὅσο καθετί στόν κόσμο, ἄν κανείς λογαριάσει καί τό ἀκόνισμα τῶν βελῶν, τό χάραγμα τοῦ τατουάζ καί τό ψήσιμο τοῦ πηλοῦ. Ἄν μπορεῖ κάν ν’ ἀποκληθεῖ διαδικασία. Γιατί, ὅπως ὅλοι οἱ μυημένοι θά σᾶς διαβεβαιώσουν, αὐτό τό πράγμα δέν μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ στήν πραγματικότητα τέχνη, ὁσοδήποτε ὑλικό καί προβιομηχανικό κι ἄν φαντάζει. Ἴσως ἐπειδή ἔχουμε νά κάνουμε μέ κάτι τό ὁποῖο δέν εἶναι ἁπλῶς προβιομηχανικό, ἀλλά ἐμφανίζεται πρίν ἀπό τήν τέχνη. Ἡ ποίηση, ὅσο ἀκόμα βρίσκεται σέ ἐπαφή μέ τίς ἀπαρχές της –τίς αἰσθήσεις καί τή φωνή– διαφεύγει μέ κάποιον τρόπο τήν ἱστορία, προηγεῖται χρονικά ἀπό ὅλες τίς γνωστές δομές τῆς ἱστορίας καί τῆς οἰκονομίας. Ἦταν παρούσα ἐκεῖ, στή γωνιά, μέσα στό σπήλαιο τοῦ κυνηγοῦ τῆς λίθινης ἐποχῆς, ἀκριβῶς ὅπως εἶναι παρούσα καί τώρα στήν καφετέρια τοῦ ἐργοστασίου πού κατασκευάζει ἀεριωθούμενα. Καί στίς δύο περιπτώσεις εἶναι ἐκεῖ, ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, διακριτική καί παρηγορητική, μ’ ἕναν τρόπο γεμάτο ντροπαλοσύνη ἀλλά καί φυσικότητα, χωρίς νά διεκδικεῖ καμιά προσοχή. Μπορεῖ κανείς νά ξεκουραστεῖ ἀπό τήν κούραση τῆς ἐπιδίωξης τοῦ στόχου ἤ νά ξεχάσει γιά μιά στιγμή τά προσχέδια καί τούς ἐνδεικτικούς χρόνους, ἐπειδή αὐτή αἰωρεῖται στήν ἀτμόσφαιρα, ἤ, ὅπως λένε, «ξεχύνεται στόν ἀέρα» – εἴτε ὡς τό μονότονο μουρμούρισμα τοῦ παράξενου σακάτη πού κείτεται πάνω στό δέρμα τοῦ μαμούθ στή γωνία, εἴτε ὡς τό σιγανοψιθύρισμα τοῦ τραγουδιοῦ τοῦ τελευταίου χίπ-χόπ βάρδου πού βγῆκε στό σόου τοῦ πρωινάδικου. Ἐκεῖνο στό ὁποῖο θέλω νά καταλήξω εἶναι ὅτι ἁπλῶς καί μόνο τό γεγονός ὅτι βρίσκεται ἐκεῖ, αἰωρούμενη στήν ἀτμόσφαιρα, τήν ἀπομακρύνει ἀπό τήν κατηγορία τῆς τέχνης. Στήν πραγματικότητα, ἀκριβῶς τό ὅτι βρίσκεται ἐκεῖ, πανταχοῦ παρούσα διακριτικά στή μουσική καί τίς διαφημίσεις, τά παραδοσιακά τραγούδια καί τά ρέκβιεμ, καταδεικνύει τήν ἀνάγκη της πρῶτα πρῶτα νά νομιμοποιηθεῖ ἀπό τά ἄλλα ἐπαγγέλματα καί τίς τέχνες. Μερικές φορές σκέφτομαι ὅτι οἱ ποιητές ἦταν οἱ πρῶτοι πού χρειάστηκε νά βροῦν τό δρόμο τους μέσα ἀπό ἀντιθετικούς τρόπους σκέψης κι ἐπαγγελματικές φλυαρίες, διαπληκτιζόμενοι στό σπίτι καί στή σπηλιά, στό γραφεῖο καί στό πάτωμα τοῦ ἐργοστασίου. Τουλάχιστον δέν εἶχαν ἄλλη ἐπιλογή ἀπό τό νά ἀφουγκράζονται προσεκτικά, νά συλλέγουν ὁτιδήποτε ἄκουγαν κι ἔβλεπαν κι ὕστερα νά τό ὑποβάλλουν σέ ἐπεξεργασία, προτοῦ αὐτό ἐξαφανιστεῖ μέσα στό γενικό συνονθύλευμα τῶν φωνῶν, στό χάος της, κυριολεκτικά, καθημερινῆς τριβῆς.
Πράγμα τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι ἡ ποίηση, ἀφενός μέν ἐξαρτᾶται πάντοτε ἀπό τήν ὕπαρξη μιᾶς καλά ὀργανωμένης κοινωνίας μέ καταμερισμό ἐργασίας, ἡ ὁποία εἶναι ἕτοιμη νά χρηματοδοτήσει τούς εὔθυμους βάρδους της, ἀφετέρου δέ ὅτι χάριν τῆς σωστῆς καί προσεκτικῆς καταγραφῆς, ἔχει πάντοτε τήν τάση νά κρατάει τίς ἀποστάσεις. Ἡ τάση αὐτή, ὅμως, ὁδήγησε στό ἀνεξήγητο παράδοξο νά ἀκμάζει στή μεγαλόπρεπη ἀπομόνωση, ἐπιμένοντας μέ κάθε τρόπο στήν οὐδετερότητα καί τό δικαίωμα τῆς ἄρνησης, τήν ἴδια στιγμή πού πάντοτε βρίσκεται στό ἐπίκεντρο ὅσων συμβαίνουν, στήν καρδιά τοῦ πολέμου καί τῆς κτηνωδίας, ἐκεῖ ὅπου συζητήθηκε ἡ καταστροφή τοῦ ναοῦ ἤ ὅπου κατασκευάστηκε ὁ δούρειος ἵππος. Ἀντί νά παρεμβαίνει μέ συμβουλές, ἀναλαμβάνει τό ρόλο τοῦ παρατηρητῆ ὁ ὁποῖος, ἐντέλει, μπορεῖ νά μετατρέπει τήν ἤρεμη σιωπή του σέ ἕνα καί μόνο σχόλιο πού ἐπιβίωσε ἀπό τό ναυάγιο, στόν ἀλησμόνητο στίχο ἑνός τραγουδιοῦ, στή σημαντική σκηνή ἑνός ἔπους ἤ μιᾶς σπαρακτικῆς ἐλεγείας.
Συνεπῶς, ἡ ποίηση μπορεῖ νά ἀφήσει τό ἐν λόγω ἐρώτημα ἀναπάντητο καί νά χαλαρώσει. Μόνο μιά κοινωνία ὁλωσδιόλου ἀπογοητευμένη ἀπό τήν ἴδια της τή μοίρα, στερημένη ἀπό κάθε ἄλλη ἐπιθυμία ἐκτός ἀπό τήν ἐπικερδή ἀναπαραγωγή, θά μποροῦσε νά ἐπιτρέψει στόν ἑαυτό της νά θέσει ὑπό ἀμφισβήτηση τήν ἀποκαλούμενη δύσκολη τέχνη τῆς ποίησης. Δέν ἐκτιμῶ πολύ τήν πολιτεία ἡ ὁποία συνεχῶς παρενοχλεῖ τά μέλη της γιά νά δικαιωθεῖ ἡ ἴδια – εἴτε αὐτή ἡ ἐνόχληση προορίζεται ὡς πρόκληση, τό τελευταῖο ψῆγμα θεολογικῆς ἀμφιβολίας, εἴτε ἁπλῶς ὡς ἔκκληση γιά πρακτικές ὁδηγίες. Βέβαια, ἡ ἀπώλεια τοῦ δυνάμει ἐργατικοῦ δυναμικοῦ, ὁ ἀποπροσανατολισμός κατά τή διάρκεια τοῦ ἄσκοπου ἐλεύθερου χρόνου καί ὁ ὑποβιβασμός ὁλόκληρων ὁμάδων τοῦ πληθυσμοῦ σέ μάζες παθητικῶν θεατῶν ἀποτελοῦν ἀνησυχητικές προοπτικές. Ὁ ἐξαγνισμός τῆς κοινωνίας ἀπό τήν ποίηση πού εἰσηγήθηκε ὁ Πλάτων ἀποτελεῖ μιά πρώιμη ἔνδειξη τοῦ τί θά ἀκολουθοῦσε. Τό σχέδιό του νά ἐκδιώξει ἀπό τήν Πολιτεία του τούς ἄχρηστους ποιητές, οἱ ὁποῖοι δέν κάνουν τίποτε ἄλλο παρά νά χάνουν τόν καιρό τους μέ εἰκόνες καί νά καταπιάνονται ἀπό τό τίποτα γιά νά δημιουργήσουν μεταφορές καί ψευδαισθήσεις, δέν ἦταν ἁπλῶς μιά ἐπιπόλαιη πρόταση. Τί θά τούς συνέβαινε, λοιπόν, κατά τή μετεγκατάστασή τους στήν Ὑπερβόρεια Νῆσο; Θά πέθαιναν τῆς πείνας, πράγμα τό ὁποῖο εἶναι βέβαιο ὅτι δέν θά ἐμπόδιζε κανένας. Κλεισμένοι στόν ἑαυτό τους, θά ἔκαναν αὐτό πού θά ἐπιθυμοῦσαν περισσότερο ἀπό καθετί, θά ἀποχαιρετοῦσαν δηλαδή τόν κόσμο μέ ὅλη του τήν πολυχρωμία. Οἱ σκληρότεροι θά ἄντεχαν περισσότερο• οἱ ἀπόλυτοι κύριοι τοῦ πεπρωμένου τους, πού διασύρουν ὁ ἕνας τόν ἄλλο καί μετατρέπουν τήν πολυλογία τους σέ ἰάμβους καί τροχαίους. Ἐνδεχομένως ὁρισμένοι, ἐξαιτίας τῆς ἐγκατάλειψής τους, θά γίνονταν μονοθεϊστές σάν τούς μεταγενέστερους χριστιανούς. Τό παραμύθι τους γιά τόν ἀφανισμό τοῦ εἴδους τους, τό ὁποῖο γίνεται ἀντικείμενο θρήνου τῶν περίτεχνων ψαλμῶν ἀνάμεσα σέ σύντομες περιόδους ναρκισσισμοῦ ἤ κανιβαλισμοῦ, θά συνεχίσει νά παρασύρεται ἀπό τή θάλασσα γιά κάμποσο καιρό, σάν τό μήνυμα στό μπουκάλι. Λίγες δεκαετίες ἀργότερα, σέ μιά ἀκτή, ἕνας ἀπολλώνιος νέος πού προσποιεῖται τόν θαρραλέο, ἕνας προπονημένος δεκαθλητής καί ἐκπαιδευμένος μαθηματικός, θά τό ψαρέψει, κι ὕστερα ἀπό μιά ταχύτατη ἀνάγνωση πού θά τοῦ προκαλέσει ναυτία, θά τό καταστρέψει πρίν οἱ γυμνασμένοι συνάδελφοί του πού διακρίνονται γιά τήν εὐφράδειά τους, τόν κατηγορήσουν στό γυμναστήριο ὅτι διαδίδει «ἀνθυγιεινά» κείμενα…
Ἡ κοινωνία, πάντως, θά ἐπιβίωνε ἀπό αὐτό τό παραμύθι, ἀκριβῶς ὅπως, ἀπό καιρό σέ καιρό, ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβίωσε ἀπό τήν ἀπώλεια τῶν ἀπρόσκλητων ἐπισκεπτῶν της, τῶν ποιητῶν: εἴτε ὅπως στά ὁλοκληρωτικά καθεστῶτα μέσω τῆς ἐπίσημης δηλαδή καταδίκης καί ἐκκαθάρισης ἐκείνων τῶν στοιχείων πού θεωρεῖ βλαβερά• εἴτε ὅπως στή δημοκρατία, ὡς ἀποτέλεσμα ἐξόδου [exeunt] μέσω ἐκείνου τό ὁποῖο κατά κανόνα ἀναφέρεται ὡς Freitod– «θάνατος κάποιου ἀπό τό ἴδιο του τό χέρι» (δές αὐτοκτονία). Τόν 20ό αἰώνα, τό τίμημα αὐτῶν τῶν ἀπωλειῶν ἦταν σέ κάθε περίπτωση τό πνευματικό σκότος τῶν συλλογικοτήτων: στή μιά περίπτωση, ἡ ὑποχώρηση στόν κατεστραμμένο γυάλινο πύργο, στήν ἄλλη, ἡ μαζική ἀποχώρηση γιά τήν αὐτοκαταστροφή. Κανένας ἄλλος αἰώνας δέν γνώρισε τόσο πολλούς σημαντικούς ποιητές ὅσους ὁ 20ός. Αὐτό πού μᾶς ἀνακουφίζει, ἄν δέν μᾶς παρηγορεῖ πλήρως, σχετικά μέ τό γιατί εἶναι ὅτι πρόκειται γιά ἕνα ψεύτικο βάσανο. Ἕνα τέτοιο ἐρώτημα μπορεῖ νά προέλθει μόνο ἀπό κάποιον πού ἔχασε κάτι, ἀκόμη κι ἄν δέν γνωρίζει τί ἦταν ἀκριβῶς αὐτό. Ἄς πᾶμε, λοιπόν, πίσω, γρήγορα πίσω στήν εὐφορία πού περιμένει τό δημιουργό. Ὁρισμένες μέρες, ἡ ἱκανοποίηση εἶναι τόσο μεγάλη, πού κάθε ποιητής κάνει λίγο πίσω στό ἄκουσμα τῆς λέξης δουλειά. Τό γιατί, ὅμως, θέλει νά τό γνωρίζει κι αὐτό. Ἐπειδή ἡ δουλειά –τό ἐπάγγελμα– ὅπως ὁρίζεται στό λεξικό δέν εἶναι κάτι πού θά ἀμφισβητούσαμε δημοσίως κατ’ αὐτό τόν τρόπο. Οὔτε κάν ἡ πορνεία, πού συνοδεύεται ἀπό τόσο πολλά ταμπού καί τόσο πολλές μισές ἀλήθειες, δέν χρειάστηκε ποτέ νά δώσει ἀπαντήσεις στά τί καί τά γιατί της, καί τό ὅτι ἦταν ἐπάγγελμα δέν τό ἀρνήθηκε ποτέ κανένας, ἀκόμη καί ἐκεῖνοι πού θά ἤθελαν νά τή θέσουν ἐκτός νόμου ὡς εἶδος ἐκμετάλλευσης. Κανένας δέν μπῆκε ποτέ στόν κόπο νά βρεῖ μιά δικαιολογία γι’ αὐτή τήν ἐργασία. Τήν ἀποκαλοῦμε ἁπλῶς τό ἀρχαιότερο τῶν ἐπαγγελμάτων καί κλείνουμε ἐκεῖ τό θέμα. Λησμονοῦμε, συγχρόνως, ὅτι ἡ ποίηση, ἱκανοποιώντας ἐξίσου ἀκόρεστες ὀρέξεις, θά ἦταν, ἀναμφίβολα, τό ἴδιο παλιά• ἄν ὄχι παλαιότερη.
Καμία ἄλλη ἐνασχόληση δέν φαίνεται νά ἔχει ἀμφισβητηθεῖ τόσο πολύ. Ὅποιος εἶναι ἀρκετά γενναῖος ὥστε νά θέσει σέ κίνδυνο τήν ἀστική εὐδαιμονία του, ἀπό νεαρή ἡλικία θά περάσει τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του, διερωτώμενος ἄν ἄξιζε τόν κόπο. Ἡ κοινωνική ἀποδοχή του θά ἐξαρτηθεῖ πλήρως ἀπό τήν ὁλοένα καί μεγαλύτερη ἐπίδρασή του – ἤ τό ταλέντο του, ὅπως αὐτό ὁρίζεται ἀπό τόν μή εἰδικό. Δέν ἀρκεῖ νά μᾶς διαβεβαιώσει ὅτι «τά βολεύει», ἀλλά θά πρέπει, μᾶλλον, νά μᾶς πείσει ὅτι φέρει εἰς πέρας κάποιον καθολικά ἐξηγήσιμο σκοπό.
Αὐτό συνεπάγεται ἀγώνα σέ ἀρκετά μέτωπα. Τό γιατί θά φανεῖ στόν ποιητή σάν λερναία ὕδρα• μόλις ἀπαλλαγεῖ ἀπό ἕνα κεφάλι, ἐμφανίζεται ἕνα ἄλλο. Γιατί, μά γιατί; Τό ἐρώτημα συνίσταται ἀπό πολλά ἄλλα δευτερεύοντα ἐρωτήματα: Γιατί γράφετε τή στιγμή πού κανένας δέν μπορεῖ νά μᾶς πεῖ περί τίνος πρόκειται; Γιατί πρέπει νά κάνετε κάτι τόσο ἀμφισβητήσιμο; Γιατί εἶστε τόσο δύσκολος, πού σχεδόν κανείς δέν μπορεῖ νά σᾶς καταλάβει; Γιατί στέκεστε ἐκεῖ τόσο ἤρεμα, κυριαρχώντας σέ ὅλες τίς νευρώσεις σας; Κάθε ἐρώτημα κρύβει ἕνα κουβάρι ἀπό ἄλλα ἐρωτήματα. Καί γιατί ὄχι, ἐφόσον κανένας ἄλλος δέν εἶναι περισσότερο διαθέσιμος, γι’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τή δημόσια ἐνδοσκόπηση ἀπό τόν ποιητή.
Ὄχι ὅτι ὁ ποιητής, στή διάρκεια τῆς ζωῆς του, δέν σκοτίζεται μέ αὐτά τά πλέον παιδιάστικα ἐρωτήματα γιά καιρό. Ἀναπόφευκτα δέν λαμβάνει ὑπόψη του αὐτό τό γεγονός, ξεχνᾶ τό μέλλον καί τήν ὡρίμανση, καί –ἄν εἶναι τυχερός– παραμένει ἕνα παιδί πού παίζει γιά τήν ὑπόλοιπη ζωή του. Μήπως, ἐντέλει, ἡ καταπίεση τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ ἐρωτήματος τοῦ ἐπιτρέπει νά μή χάσει ποτέ ἐντελῶς τήν παιδικότητά του καί τά χαρίσματα ὅπως τό κέφι, ἡ ἀγάπη γιά τό σπίτι, ἡ περιέργεια γιά τόν κόσμο, ἡ δίψα γιά μύθους καί ἀφηγήσεις; Τελικά, μένετε πάντοτε μέ τήν ἀτομική ψυχή κλειδωμένη στόν ἑαυτό της, ἀγκαλιασμένη μέ τό γλυκό ἰδίωμα τῆς φυλῆς. Αὐτό ἀκριβῶς καταδικάζει τούς ποιητές σ’ αὐτά τά ἐρωτήματα πού τούς προκαλοῦν τόση ἀναστάτωση. Ὁ κόσμος περιμένει ὅτι θά «τραβήξουν» τίς ἀπαντήσεις ἀπό τό καπέλο τους• ἀπαντήσεις πού εἶναι πολύ πιό εὔπεπτες ἀπό τίς ἀπαντήσεις τῶν φιλοσόφων, πολύ πιό διασκεδαστικές ἀπό τίς ἀπαντήσεις τῶν ἱερέων, καί –μέ λίγη τύχη– πολύ πιό ἀνακουφιστικές ἀπό τίς ἀπαντήσεις αὐτῶν τῶν κυνικῶν, τῶν γιατρῶν. Τή συνενοχή μέ τούς τελευταίους, πού ἀποτελεῖ κακή συνήθεια τῆς ποίησης τοῦ 20οῦ αἰώνα, μποροῦν νά τή δεχτοῦν μόνο λίγοι ποιητές, οἱ ὁποῖοι δέν πρέπει σέ κάθε περίπτωση νά κάνουν τό δικηγόρο τοῦ διαβόλου. Ἡ ἐπιμονή τους στή φυσιολογία, στόν ὠμό ρεαλισμό καί τήν ἀπομάγευση, πρέπει νά προκαλεῖ ἀπογοήτευση σέ ὅλους ὅσοι προτιμοῦν νά τούς βλέπουν ὡς διαμορφωτές ἤ διακοσμητές ἐξωτερικῶν χώρων.
Ὄχι ὅτι οἱ ποιητές εἶναι ἐντελῶς ἀπροετοίμαστοι γιά ὅλα αὐτά τά ἀπαιτητικά ἐρωτήματα. Ἀπό τήν ἱστορία τοῦ Κάφκα «Ἐπαρχιακός γιατρός» κι ὕστερα, εἶναι ἐκεῖνοι πού ξαπλώνουν στό κρεβάτι μαζί μέ τόν ἀσθενή, δίπλα στήν ἀνοιχτή πληγή. Ἐλάχιστη σημασία ἔχουν, ὅμως, ὅσα κάνουν καί γράφουν ὅταν εἶναι ἐκεῖ, τίποτα δέν εἶναι αὐτονόητο. Πολύ λίγα ἔχουν νόημα, συμβιβασμοί ἤ θεραπεῖες, καί μόνο στίς πιό σπάνιες περιπτώσεις βοηθοῦν στήν καθημερινή πολυπλοκότητα τῆς ζωῆς, ἡ ὁποία χάρη, μάλιστα, στήν πρόοδο καθώς ἐπίσης καί τόν Πολιτισμό ὡς πηγή δυστυχίας ἀποτελεῖ ἕναν μικρό ἀλλά ἀρκετά συμπαθητικό λαβύρινθο.
Ἀργότερα, μπορεῖ οἱ ποιητές νά σηκώσουν τό βλέμμα ἀπό τίς σημειώσεις τους, καί τά μάτια τους θά συννεφιάσουν στό ἄκουσμα τῆς λέξης ματαιότητα. Στήν πολυσύλλαβη ἐλαφρότητά της θυμίζει τό τραγούδι τῶν σειρήνων, τό λαρυγγισμό τῆς γοργόνας. Σέ ποιόν ὅμως δέν τραγούδησαν κάποια στιγμή ἀδυναμίας; Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ ποιητές εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι συνήθως ἀκοῦνε τά προοργασμικά βογκητά τους ἁπλῶς ἐξαιτίας τῆς ἐργασίας πού κάνουν. Σιγά σιγά, ἔμαθαν νά ἀναπτύσσουν ὅλα τά εἴδη ἀμυντικῶν τεχνικῶν ἐνάντια σέ κάθε προκλητικό περισπασμό. Κι αὐτός εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο θέλουν νά βοηθήσουν τήν ἀνθρωπότητα. Ὁ Ὀδυσσέας, πού δέθηκε στό κατάρτι ἀπό τούς συντρόφους του, μέ τά αὐτιά ἀνοιχτά σέ αὐτούς τούς μοιραίους γλυκούς ἤχους, ἀποτελεῖ ὁπωσδήποτε καλύτερο παράδειγμα ἀπό τόν ἄτυχο Μαρσύα, τόν ὁποῖο ἔγδαραν μετά τό διαγωνισμό φλάουτου μέ τόν ἐγωιστή Ἀπόλλωνα. Τό μοναδικό χειρότερο μοντέλο, πού δέν ἀποτελεῖ φυσικά πρότυπο, εἶναι ὁ Ὀρφέας, ὁ ὁποῖος στόν ἑλληνικό μύθο θεωρεῖται πατέρας τῆς ποίησης. Σύμφωνα μέ μιά παραλλαγή τῆς ἱστορίας, τόν διαμέλισαν οἱ γυναῖκες ἐπειδή δέν τούς ἔδωσε ἀρκετή σημασία, ὕστερα κάρφωσαν τό κομμένο κεφάλι στή λύρα του καί τό πέταξαν στό Θρακικό Πέλαγος, ὅπου συνέχισε νά ἐπιπλέει γιά λίγο τραγουδώντας. Σύμφωνα μέ μιά ἄλλη ἐκδοχή, οἱ ἀγρότες τόν θανάτωσαν σέρνοντας τά ἄροτρά τους πάνω του, προκειμένου νά τόν τιμωρήσουν γιά τήν περιφρόνηση πού ἔδειξε στή γεωργία. Καί στίς δύο περιπτώσεις, τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά τόν κομματιάσουν. Τό μόνο πού ἔχουμε νά ποῦμε γιά τίς δύο ἱστορίες εἶναι ὅτι καταλήγουν στό ἑξῆς κοινό ἠθικό δίδαγμα: τό τίμημα τῆς ἀποξένωσης, τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ, τῆς ἀδιαφορίας γιά τόν ἔρωτα καί τή γῆ εἶναι ὁ θάνατος ἑνός μάρτυρα ὁ ὁποῖος εἶναι ταγμένος στήν ὑπηρεσία τῶν Μουσῶν.
Αὐτός μπορεῖ νά εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο οἱ ποιητές, τελευταῖα, ἄρχισαν νά ἀσκοῦν περισσότερη κριτική στόν ἑαυτό τους καί ἔγιναν ταπεινότεροι. Ἐπέστρεψαν στόν πραγματικό κόσμο καί δέν πορεύονται πλέον σέ οὐράνιες ἀτραπούς. Πιό σκεπτικιστές ἀκόμη καί ἀπό τούς περισσότερους ἐπιστήμονες, διερευνοῦν τόν περίγυρό τους, καταγράφοντας τήν παραμικρή κίνηση τῆς βελόνας ἤ κάθε μόριο σκόνης στά ὄργανά τους. Μέ αὐτή τή φρέσκια, ζωώδη ματιά, ἐπίσης –ἄν καί ὡς οἱ γηγενεῖς τῆς γλώσσας– συνοδεύουν κάθε νέο πέταγμα καί περιγράφουν ὅ,τι ξεφεύγει ἀπό τούς εἰδικούς. Τό ἔργο τους δέν ἔχει νά κάνει πλέον μέ τή μεταφυσική ἤ τήν παρατήρηση τῶν Πλειάδων. Ἀκόμη κι ἄν ὁ ἔρωτας καί ὁ θάνατος ἐξακολουθοῦν νά ἀποτελοῦν τό σημαντικότερο καθῆκον πού τούς ἀνατέθηκε (ποιός ἄλλος θά τό δεχόταν ἄλλωστε), τό πεδίο τους ἔχει διευρυνθεῖ τά τελευταῖα χρόνια. Κανένα ἀπολύτως φιλοσοφικό, γεωπολιτικό ἤ ἠθικό ζήτημα δέν ξέφυγε ἀπό τίς γεμάτες εὐαισθησία ἀναζητήσεις τους. Σέ καμία περιοχή κρίσης στόν πλανήτη ἤ στό νοῦ δέν θά τά καταφέρετε νά μήν πέσετε πάνω σέ κάποιον ποιητή. Δέν ὑπάρχει καμία βρομοδουλειά πού νά θεωροῦν ὅτι εἶναι πολύ εὐγενεῖς ἤ ρομαντικοί γιά νά ἀσχοληθοῦν μαζί της.
Δέν πρόκειται, ὅμως, νά συνεχίσουν νά ὑπομένουν ὅλες τίς ἐναντίον τους κατηγορίες. Σέ ὅποιον δέν ἔχει χαριστεῖ τίποτα, ὅποιος δέν διαθέτει καμία προστασία καί κανένα αἰσθητικό προνόμιο, θά διεκδικήσει, τουλάχιστον, τόν συνταγματικά κατοχυρωμένο χῶρο του, ὡς μέρος μιᾶς σωστά συγκροτημένης μειονότητας. Ἔτσι, δέν πρέπει νά μᾶς προκαλεῖ ἔκπληξη τό γεγονός ὅτι αὐτές οἱ συνεχῶς ἀμφισβητούμενες ὁμάδες μπορεῖ νά ἀρχίσουν νά ἐκτοξεύουν λίγα ἀκόμα ἐρωτήματα. Τά μέλη τους μαθημένα στήν ἀμφισβήτηση τοῦ ἴδιου τους τοῦ ἑαυτοῦ ὅπως εἶναι, γνωρίζουν τήν ἀχίλλειο πτέρνα τοῦ ἀντιπάλου. Χρειάζονται λίγο χρόνο μέχρι νά ἐξαπολύσουν καί ἄλλο ἐρώτημα• τό κάνουν ὅμως μέ ἐνθουσιασμό καί, ὅπως θά δοῦμε, χωρίς κανέναν ἠθικό ἐνδοιασμό.
Τό καίριο ἐρώτημα εἶναι τό γιατί. Ἄν προσεγγίσουμε τό ζήτημα νηφάλια, ἡ ἐμβάθυνση σέ αὐτό θά μᾶς προκαλέσει ἔκπληξη. Δέν θέλω νά σᾶς φοβίσω, ἔχετε ὅμως σκεφτεῖ τί συμβαίνει σέ ὅσους δέν εἶναι καλλιτέχνες; Ὁ ἔ.ἔ. κάμμινγκς ἀπάντησε κάποτε ὠμά. Ὁ τόνος του ἦταν μᾶλλον ἀποδοκιμαστικός, σάν νά μιμοῦνταν τό ὕφος ὠμοῦ νεοσυλλέκτου. Στήν εἰσαγωγή τοῦ μυθιστορήματός του The Enormous Room ἀπευθύνεται στόν ἀναγνώστη πολύ φιλικά λέγοντάς του «Μή φοβᾶσαι» καί ξεκινᾶ ἕνα μικρό ζωηρό διάλογο, στή διάρκεια τοῦ ὁποίου ὁ ἐνθαρρυμένος ἀναγνώστης ἀφήνει τόν ἀπτόητο συγγραφέα νά τόν ὁδηγήσει στό ἐρώτημα: «Τί νομίζετε ὅτι συμβαίνει μέ ὅσους δέν εἶναι καλλιτέχνες; Τί νομίζετε ὅτι γίνονται ὅσοι δέν εἶναι καλλιτέχνες;» –μόνο καί μόνο γιά νά τόν πυροβολήσει θριαμβευτικά ὁ συγγραφέας–: «Νομίζω πώς δέν γίνονται: νομίζω πώς τίποτα δέν τούς συμβαίνει: νομίζω πώς καταλήγουν στήν ἄρνηση». Ὕστερα ἀπ’ αὐτή τήν τριπλή βολή –σύμφωνα μέ τό συγγραφέα, πάντα– ὁ ἀναγνώστης δέν ἔχει ἄλλα ἐρωτήματα. Στήν καλύτερη περίπτωση, πρόκειται γιά μιά ψιθυριστή ἠχώ τῆς τελευταίας ἀπειλῆς τοῦ ποιητῆ: «στήν Ἄρνηση;».
Θά μποροῦσε, ἴσως, κανείς νά εἶναι πιό εὐγενικός σ’ αὐτή τήν περίπτωση. Οἱ εὐαισθησίες τῶν ἀνθρώπων μπορεῖ νά πληγωθοῦν ἀπό ἕναν ποιητή, ὁ ὁποῖος ἐπιχειρηματολογεῖ τόσο ὠμά καί μέ τόσο ἀπόλυτο τρόπο. Γιατί, ὅμως, ἐκεῖνος θά ὄφειλε νά σᾶς ἐπιτρέψει νά ρίξετε μιά γρήγορη ματιά στίς δικές του προκαταλήψεις, ὅταν ὑποχρεώνεται σέ καθημερινή βάση νά ἐξετάζει σχολαστικά τίς προκαταλήψεις τῶν ἄλλων; Ἐπιπλέον, τά πάντα στόν κάμμινγκς ἔχουν νά κάνουν μέ τή διττή ἔννοια, τῆς ἄρνησης, ἡ ὁποία σημαίνει τόσο τή διαδικασία τῆς ἄρνησης ὅσο καί ὅ,τι ἀπορρέει ἀπό αὐτήν• τό ἀποτέλεσμα τῆς ἐξαφάνισης, δηλαδή: τό τίποτα. Αὐτή ἡ ἀκύρωση, ἡ διαγραφή καί ἡ ἐξαφάνιση εἶναι ἀκριβῶς ὑπό συζήτηση. Οἱ μή καλλιτέχνες δέν εἶναι αὐτοί πού εἶναι πάντοτε τρομακτικά ἀπασχολημένοι, ἀλλά πού ἐντέλει ἐξαφανίζονται χωρίς ἴχνος ἤ εἶναι καταδικασμένοι νά ἀρνοῦνται ὁτιδήποτε δέν τούς ἐπιβάλλεται μέ τή μορφή τῆς πραγματικότητας; Εἶναι αὐτοί ἀκριβῶς πού δέν ἔχουν καμία δυνατότητα νά ἐπιστρέψουν, ἀλλά πού περνοῦν τή ζωή τους στήν ὑπηρεσία τῆς δικῆς τους ἄρνησης• ὅλα γιά χάρη τῆς κοινοτοπίας καί τοῦ ὑλισμοῦ.
Ὅπως καί νά ‘χουν τά πράγματα, δέν συνεισφέρουν πολλά στήν πνευματική περιπέτεια. Ἄν ἦταν στό χέρι τους, ὁ κόσμος θά ἔμενε ὅπως εἶναι, ὠμός δηλαδή, θλιβερά μονότονος, ἕνας τόπος ἀφόρητης ὀδύνης καί ἀνίας, ἕνας παγκόσμιος Γολγοθάς χωρίς μάρτυρες – καί μάλιστα ὄχι τόσο ἐπειδή τούς λείπει ἡ φαντασία καί τό κέφι, ὅσο ἐπειδή ὅλες τους οἱ δραστηριότητες εἶναι οὐσιαστικά ἀρνητικές, ἐπιφέροντας τήν ἀφαίμαξη τῶν πόρων, τήν ἐξαφάνιση τῶν ἤδη ὑπαρχόντων πραγμάτων, τήν καταστροφή τῆς γήινης οὐσίας χωρίς καμία εὐκαιρία ἐπανάληψης• ἄς μήν ἀναφερθοῦμε στήν ἀταξία. Στήν πραγματικότητα, αὐτοί ὑποστηρίζουν τήν ἄρνηση• τό παλιό κουδουνιστό πολυβόλο τῶν φιλοσόφων βρίσκεται πλέον στά χέρια τους• αὐτοί εἶναι, λοιπόν, πού καταφεύγουν στήν ἄρνηση πιό συχνά καί ὄχι οἱ γενειοφόροι σοφοί τῆς Στοᾶς καί τῆς Ἀκαδημίας. Δέν χρειάζεται νά ἔχουν κακούς σκοπούς, ἀρκεῖ τό γεγονός ὅτι ἐξακολουθοῦν νά κάνουν ὅ,τι κάνουν ὅσοι δέν εἶναι καλλιτέχνες, ὅταν αἰσθάνονται πλήξη. Πού σημαίνει πώς συμπεριφέρονται σάν κανονικοί καταναλωτές τοῦ σύμπαντος, πάντοτε ἀπασχολημένοι, πάντοτε στή δίνη τῆς καθημερινότητάς τους• ὅπως οἱ ἴδιοι συχνά ἀναφέρουν «ὁ πραγματικός κόσμος», «κοινή λογική,» ἤ «δουλειές ὡς συνήθως».
Ἄ, τώρα μιλάει ἡ πικρία… Στήν πραγματικότητα, οἱ καλλιτέχνες καί οἱ μή καλλιτέχνες συμβιώνουν ὑπέροχα. Κάθε πλευρά ἐπωφελεῖται ἀπό τήν ἀδυναμία τῆς ἄλλης καί νομιμοποιεῖται ἀπ’ αὐτήν, ὅπως εἴδαμε παραπάνω. Μόνο ἡ μιά πλευρά φαίνεται νά γνώριζε πάντοτε καλά γιατί ὡς μειονότητα διατηροῦσε μικρή δόση μετριοφροσύνης, τή στιγμή πού ἡ ἄλλη μποροῦσε νά τήν ἀγνοεῖ ἐξαιτίας τῆς δικῆς της μηδενιστικῆς ἔλλειψης καλλιέργειας. Τό ἐξαιρετικό μέ αὐτό τό σύντομο ἐπιχείρημα εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο κάνει ἀκόμη ἐντονότερο τό ὑπό πραγμάτευση ἐρώτημα. Ἀντί γιά διακηρύξεις σχετικά μέ τή λειτουργία καί τό στόχο τῶν δραστηριοτήτων τῶν δύο πλευρῶν, ἔχει νά κάνει μέ τό ποιός, μιλώντας μέ ἀπόλυτη εἰλικρίνεια, εἶναι ὑπεύθυνος γιά τό μεγαλύτερο μέρος τῆς πρόσφατης ἀπόλυτης ἀποτυχίας. Ἐνδεχομένως αὐτός νά εἶναι ὁ λόγος πού ἡ ἀνταλλαγή εἶναι τόσο ἱκανοποιητική. Νά ἔχετε κατά νοῦ ὅτι οἱ περισσότεροι καλλιτέχνες, ἀπογοητευμένοι κατά τά ἄλλα, ἐγκρίνουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τά ἐπιχειρήματα.
Καλύτερα νά προσέχετε τό ἑξῆς: οἱ καλλιτέχνες εἶναι ἄνθρωποι πού, ἄν δέν εἶναι ἰδιαιτέρως ὑποκριτές κι ἄν δέν θέλουν νά γίνουν ἀρεστοί, θά περιφρονοῦσαν τόν ἰσχυρισμό ὅτι καθένας κρύβει ἕναν καλλιτέχνη μέσα του. Εἴτε ἐμφανίζονται ὡς ψυχροί διπλωμάτες, ὡς ἄνθρωποι πού ἐμπνέουν τό θαυμασμό, ἀκόμη καί ὡς ρακένδυτοι μέθυσοι, ἀπό κανέναν δέν λείπει αὐτό τό ψῆγμα ματαιοδοξίας. Εἶναι πεισμένοι ὅτι ὅποιος στερεῖται τήν ἀνώτερη ἐσωτερική ζωή πού χαρίζει ἡ τέχνη καί ἡ ποίηση εἶναι ἀξιολύπητος. Ἀργά ἤ γρήγορα εἶναι βέβαιο ὅτι θά ἀναλωθεῖ σέ καταστάσεις οἱ ὁποῖες μπορεῖ νά συνδέονται μέ αὐτόν ὡς νομική ὀντότητα, πράγμα τό ὁποῖο δέν ἔχει νά κάνει οὔτε στό ἐλάχιστο μέ τόν ἐσωτερικό του κόσμο. Αἰσθάνονται φρίκη μέ τήν ἰδέα πώς μιά μέρα θά συνειδητοποιήσει ὅτι τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά δέν ἦταν ὁ ἑαυτός του, καί ὅτι ἀπό ὅλα αὐτά ἐλάχιστα ἦταν δικά του. Τότε εἶναι συνήθως πολύ ἀργά, καί ὁ ἄνθρωπος ἴσα ἴσα πού θά αἰσθανθεῖ ὅτι μιά ὁλόκληρη ἀλλοτριωμένη ζωή ὑπηρετοῦσε τήν ὑπόθεση τῆς ἄρνησης.
Οἱ συγγραφεῖς σπάνια εἶναι τόσο σκληροτράχηλοι ὅσο ἐμφανίζονται. Αὐτό πού τούς ὁδηγεῖ εἶναι ὁ φόβος τοῦ κενοῦ παντοῦ. Ἀπό αὐτό προκύπτει τό ἐρώτημα πού δείχνει τρόμο μᾶλλον παρά σιγουριά, τό καταπιεσμένο γιά πολύ καιρό ἀνεστραμμένο ἐρώτημα πού θά σκέφτονταν μονάχα οἱ ἀναιδεῖς, κάποιος δαίμονας ἤ κάτι ἄλλο βοηθᾶ νά τεθεῖ. Ὕστερα ἀπό δύο δεκαετίες ἔξης, καί μόλις καί μετά βίας μιά μέρα χωρίς τή σαρκαστική ἐπικοινωνία μέ τόν ἑαυτό, μπορεῖ νά τεθεῖ τό ἑξῆς ἐρώτημα: «Γιατί νά ζοῦμε χωρίς νά γράφουμε;»
Τό νά ζοῦμε χωρίς νά γράφουμε σημαίνει, πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ὅτι δέν ἔχουμε καμία ὑπερβολική συνήθεια πού νά ἔχει σχέση μέ τό χαρτί. Τουλάχιστον σέ αὐτό τό σημεῖο, ὁ ἀθῶος ὁ ὁποῖος ἀπέχει ἀπό τήν πραγματικότητα μπορεῖ νά ἐλπίζει ὅτι θά τόν ἀφήσουν ἥσυχο. Σημαίνει, ἐπίσης, τή χαμένη, δυστυχῶς, εὐκαιρία νά ὑπερβεῖ τούς μοναχικούς διανοουμενίστικους περιορισμούς καί νά γίνει λίγο πιό ἐπικοινωνιακός, πιό ἀνθρώπινος – ὄχι μόνο μέ τούς εἴκοσι πέντε συγγενεῖς καί φίλους τούς ὁποίους ἡ ζωή τοῦ μέσου ἀνθρώπου τοῦ ἔχει προσφέρει, ἀλλά μέ ὅλους ὅσοι μποροῦν πράγματι μιά μέρα νά τόν ἀκούσουν, οἱ αὐριανοί ἄγνωστοι ἀναγνῶστες δηλαδή. Γράφω γιά ἕναν ἀναγνώστη ὁ ὁποῖος εἶναι ἀγέννητος ἀκόμη. Αὐτή ἡ πρόταση, παραποιημένη κάπως ἀπό τήν ἀδύναμη μνήμη, μπορεῖ νά προέρχεται μόνο ἀπό ἕνα μανιακό συγγραφέα. Εἶναι τό εἶδος τῆς δήλωσης πού μᾶς ἀναστατώνει, πού προκαλεῖ ρίγη στό φυσιολογικά ὀκνηρό σῶμα. Ἐπειδή ἐξαρχῆς τό σῶμα εἶναι αὐτό πού ζηλότυπα παρακολουθεῖ τό γράψιμο καί συνεχῶς ἀποσπᾶ καινούριες παραδοχές ἀπ’ αὐτό. Γιατί λοιπόν νά γράφεις;
Καταρχήν, θά ἔλεγα πώς γράφεις γιά νά ξεφύγεις ἀπό τή φρίκη τοῦ παρόντος. Γεμίζεις τή μιά σελίδα μετά τήν ἄλλη, ὅπως τό ἔθεσε κάποτε ὁ Νίτσε, μέ μιά λαχτάρα γεμάτη θυμό, ὄχι γιά νά κερδίσεις τήν ἐμπιστοσύνη καί τή φιλία τοῦ περίγυρού σου, ἀλλά ἀπό ἀγάπη γιά ὅσους βρίσκονται μακριά σου, καί ἐπειδή τόσο οἱ συγκαιρινοί σου ὅσο καί οἱ καθημερινοί ἄνθρωποι θά εἶναι πολύτιμοι γιά σένα ὅταν ἐπιστρέψεις σ’ αὐτούς, ὕστερα ἀπό μιά μεγάλη περιπλάνηση σέ ἄγνωστο ἔδαφος. Γι’ αὐτό πολλοί ἄνθρωποι συνηθίζουν νά μεθοῦν στήν παρέα: ἀπό πολύ κοντά μόνο, τό ἀνώτατο ὅριο ἐσωτερικῆς ἀπόστασης μπορεῖ νά δημιουργήσει στιγμές ἄνεσης καί χαλάρωσης. Γι’ αὐτό καί οἱ σιωπηλές συζητήσεις πού καθένας ἔχει μέ τόν ἑαυτό του, ἤ ὅταν κλειδώνεται στήν τουαλέτα γιά νά διαβάσει ἀνενόχλητος, ἤ ἡ μακρινή ματιά στόν καθρέφτη μόλις καταλάβει ὅτι δέν τόν κοιτάζει κανένας. Γι’ αὐτό καί οἱ ἐραστές αἰσθάνονται ξανά καί ξανά τήν ἀνάγκη νά πᾶνε στό σινεμά καί νά παρακολουθήσουν μαζί τή μαγική ὀθόνη, ἡ ὁποία γιά μιάμιση πολύτιμη ὥρα θά τούς κάνει νά ξεχάσουν τό σῶμα τους. Στό γράψιμο τό βαθύτερο εἶναι, παραδόξως μέσω τῆς ἔκθεσης τοῦ ἑαυτοῦ, προσπαθεῖ νά ἐπιβληθεῖ. Ἡ δημοσιότητα ὅμως, ὅπως σύντομα θά φανεῖ, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μιά ἰδιαιτέρως σκληρή προστατευτική ἀσπίδα.
Καί ὁ δεύτερος λόγος ἔχει νά κάνει μέ ἕνα δίλημμα πού ἐνδιαφέρει τήν ψυχή κάθε ἀνθρώπου. Γράφεις, θεωρῶ, ἐπειδή δέν μπορεῖς νά ἀπαλλαγεῖς ἐντελῶς ἀπό τήν ὑποψία ὅτι ὡς ἁπλό σύγχρονο βιολογικό ὄν, πού ἀναζητᾶ σύντροφο καί εἶναι περιορισμένο στά χρονικά ὅρια τῆς ζωῆς του, θά παραμείνεις πάντοτε ἀτελής, μισός ἄνθρωπος, σάν νά λέμε. Κάποιος πρέπει νά σοῦ εἶπε ὅτι μόνο ἡ πιό προσωπική σου ἔκφραση θά σοῦ χαρίσει τήν τελευταία εὐκαιρία, νά σέ δοῦν μιά μέρα μέ κάποιον τρόπο διαφορετικό ἀπό τό νά εἶσαι στό θνητό σου περίβλημα – κάτι σάν φάντασμα, ἄς ποῦμε. Ἀπό τότε πού ἡ βασανιστική αὐτή φωνή (σέ ὅποιον κι ἄν ἀνήκει), σέ προκάλεσε γιά πρώτη φορά στό ὄνομα τῆς μεταφυσικῆς, προσπαθεῖς μέ βάση τούς νόμους τῆς κατασκευῆς τῶν τζαμιῶν, γνωστῆς καί ὡς ποίησης, νά φτιάξεις ἕνα μικρό παράθυρο στόν ὁλοένα καί πιό περιορισμένο χρόνο σου, μέ τήν ἐλπίδα πώς αὔριο, ἤ ὁποτεδήποτε ἄλλοτε, θά μποροῦν νά σέ δοῦν ἀπό τό ματάκι τῆς πόρτας. Ἄν τύχει καί καταφέρεις νά κάνεις τήν ἀγαπημένη σου, ἕναν-δυό ἀπό τούς φίλους σου, ἤ κι ἐσένα τόν ἴδιο νά δεῖς τόν ἰδιαίτερο ἑαυτό σου –μέ τόν τρόπο πού ὁ Βερμέερ, φέρ’ εἰπεῖν, ἀπεικόνισε τήν ἔγκυο γυναίκα νά διαβάζει μιά ἐπιστολή–, τότε ἄξιζε τήν εὐκαιρία. Ἡ γραφή, σοῦ ψιθυρίζει ἡ φωνή, ἀποτελεῖ τή λιγότερο τυχαία μέθοδο νά ἀποδράσεις ἀπό τό δεδομένο καί τό ἄμεσο. Μοναδική της προϋπόθεση εἶναι ἡ καλή γνώση τοῦ ἀλφαβήτου, πού, χάρη στή γενικευμένη παιδεία μπορεῖ, κατά κανόνα τουλάχιστον, νά βασιστεῖ ἀκόμη καί στόν περίγυρο. Δέν χρειάζεται νά ἔχεις τήν ἱκανότητα νά σχεδιάζεις, ἤ νά συνθέτεις μέ ἐπιτυχία νότες σάν τόν Μπάχ, κι ὅμως μόλις ἐπιτύχεις στίς ἐξετάσεις τῆς ὀρθογραφίας, ἔχεις κατακτήσει τή μοναδική μέθοδο μέ τήν ὁποία ἡ συνείδηση μπορεῖ νά καταγραφεῖ.
Ἀπό τά παραπάνω ἕπεται τό τρίτο καί τελευταῖο, ὅτι γράφεις, δηλαδή, ἐπειδή ὁ ἐγκέφαλος εἶναι μιά ἀπέραντη ἐρημιά, τά πιό κακοτράχαλα ἐδάφη τῆς ὁποίας μπορεῖς νά τά ταξιδέψεις μόνο μέ τό μολύβι. Στίς πιό μύχιες ὀνειρικές σχέσεις, ὅλα τά ἄλλα εἴδη τέχνης ἐξαρτῶνται ἀπό τή λεκτική σύνθεση. Τό ὄνειρο, ὅπως θά ἀνακαλύψεις ὅταν γράφεις, εἶναι ὁ πιό αὐθεντικός ἑαυτός. Ποτέ δέν θ’ ἀναχθεῖς σ’ ἕναν αὐθεντικότερο. Ὁ κόσμος δέν θά παρουσιαστεῖ ποτέ ξανά μέ τόσο πολλά χρώματα• πράγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ τί ὑπάρχει μπορεῖ ὄντως, μέσω τῆς γραφῆς, εὔκολα νά ἐπεκταθεῖ κατά μία ἤ δύο διαστάσεις.
Ἄς συνοψίσουμε αὐτό τό ταξίδι μέ ἕνα ἀνέκδοτο. Ὑποψιάζομαι πώς μπορεῖ νά ἀνήκει στό εἶδος τῶν πιό ἀπαίσιων ἀλληγορικῶν ἱστοριῶν μέσω τῶν ὁποίων ἡ ἀνατολική σοφία προτιμᾶ νά διδάσκει, συχνά πρός κατάπληξη τῶν Δυτικῶν. Στό πλαίσιό της, ὅλα αὐτά τά ζητήματα πού πραγματευτήκαμε μέχρι τώρα, τακτοποιοῦνται, σάν νά λέμε, μέ μιά κίνηση τοῦ μολυβιοῦ. Ὁ τόπος καί ἡ ἀτμόσφαιρα μᾶς εἶναι οἰκεία ἀπό τό ἔργο τοῦ Κάφκα Στήν ἀποικία τῶν τιμωρημένων, ὅπου ἡ φρίκη ἔχει, ἐπίσης, μιά περίεργα ἤπια ποιότητα. Στά ἡμερολόγιά του, ὁ Χοῦγκο φόν Χόφμαννσταλ (Hugo von Hofmannsthal) ἀναφέρει τήν ἱστορία ἑνός Γερμανοῦ ἀξιωματικοῦ στήν Κίνα ὁ ὁποῖος, ἀκολουθώντας τήν Ἐξέγερση τῶν Μπόξερ, πῆρε μέρος σέ μιά ὑπηρεσιακή ἀποστολή:
Ὁ ἀξιωματικός βλέπει μιά σειρά ἀπό ἄντρες πού εἶναι καταδικασμένοι σέ θάνατο νά στέκονται σ’ ἕνα χωράφι. Μέ τό σπαθί του ὁ ἐκτελεστής περνάει ἀπό ἄντρα σέ ἄντρα. Δέν ὑπάρχει λόγος οἱ βοηθοί του νά δέσουν ἤ ἀκόμη καί νά ρίξουν κάποιον κάτω• ὅποιος ἔχει σειρά, στέκει μπροστά του μέ τά πόδια ἀνοιχτά, τά χέρια του νά σφίγγουν τά γόνατά του, ὁ λαιμός του νά εἶναι τεντωμένος, ἕτοιμος γιά τή λεπίδα. Ἕνας ἀπό τούς τελευταίους, πού ἤθελε κάμποση ὥρα μέχρι νά ἔρθει ἡ σειρά του, διαβάζει μέ ὅλη του τήν προσοχή ἕνα βιβλίο. Ὁ ἀξιωματικός πού πάει κοντά του τόν ρωτᾶ: «Τί διαβάζεις;». Ὁ ἄντρας σηκώνει τά μάτια του καί τόν ρωτᾶ μέ τή σειρά του: «Γιατί μ’ ἐνοχλεῖς;». Ὁ ἀξιωματικός ἀπαντᾶ: «Πῶς μπορεῖς νά διαβάζεις τώρα;». Ὁ ἄντρας ἀπαντᾶ: «Ξέρω πώς κάθε γραμμή πού διαβάζω μ’ ὠφελεῖ». Ὁ ἀξιωματικός πάει στό στρατηγό πού διέταξε τήν ἐκτέλεση, τόν ἐκλιπαρεῖ γιά τή ζωή τοῦ ἄντρα καί τόν γλιτώνει• ὕστερα ἐπιστρέφει μέ τή γραπτή ἀθώωση, τή δείχνει στόν ἀξιωματικό πού ἦταν ὑπεύθυνος, ὁ ὁποῖος μέ τή σειρά του τοῦ ἐπιτρέπει νά πάει καί νά πάρει τόν ἄντρα. Τοῦ λέει: «Ἀθωώθηκες, εἶσαι ἐλεύθερος νά φύγεις». Ὁ ἄντρας κλείνει τό βιβλίο του, κοιτάζει τόν ἀξιωματικό στά μάτια καί τοῦ λέει: «Ἔκανες μιά καλή πράξη. Ἀπό δῶ κι ὕστερα θά δεῖς μεγάλο καλό, χάρη σ’ αὐτήν» – τόν χαιρετᾶ καί φεύγει.

George Szirtes

Λεπτός πάγος καί οἱ «Πατινέρ τοῦ μεσονυκτίου»

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΝΙΝΑ ΜΠΟΥΡΗ

1.
Οἱ πιό γνωστοί στίχοι τῆς ἀγγλικῆς ποίησης γιά τό πατινάζ βρίσκονται στό Πρῶτο Βιβλίο τοῦ «Πρελούδιου» τοῦ Γουόρντσγουορθ ὅπου, στήν ἔκδοση τοῦ 1805, ὁ νεαρός Γουόρντσγουορθ γλιστράει μέ φόρα πάνω «στό γυαλισμένο πάγο, σέ παιχνίδια / συνωμοτικά, πού μιμοῦνται τό κυνήγι» μέ «τήν Ἀγέλη πού δυνατά οὐρλιάζει, καί τόν κυνηγημένο λαγό»

… «Ἔτσι πετούσαμε μέσα στό σκοτάδι καί τό κρύο», γράφει,

Κι οὔτε μιά φωνή δέν ἀδρανοῦσε• ἀπό τόν ἀχό, στό μεταξύ οἱ ἀπόκρημνες πλαγιές ἀντηχοῦσαν,
τά γυμνά δέντρα, καί κάθε παγωμένος βράχος κουδούνιζε σάν σίδερο, ἐνῶ οἱ ἀπόμακροι λόφοι
μέσα στόν ὀρυμαγδό ἔστελναν ἕναν ἀλλότριο ἦχο μελαγχολίας»…

Τό βίωμα ἀποτελεῖ, ὅπως μᾶς λέει ὁ ὑπότιτλος πού δίνει ὁ Γουόρντσγουορθ, μέρος τῆς ἀνάπτυξης τοῦ νοῦ τοῦ ποιητῆ. Εἶναι σκοτάδι. Τά βράχια κουδουνίζουν σάν σίδερο καί νιώθει τήν ἔνταση ἀνάμεσα στή χαρά τῆς κίνησης καί τή μελαγχολία τῶν λόφων.
Μιά σκηνή μέ πατινάζ ἀποτελεῖ ἐπίσης τό ἀποκορύφωμα ἑνός παιδικοῦ βιβλίου, τοῦ Tom’s Midnight Garden τῆς Φιλίππα Πήρς. Ὁ Τόμ εἶναι ἕνα ἀγόρι πού διασχίζοντας τήν πόρτα τῆς πίσω αὐλῆς περνάει σέ μιάν ἄλλη περασμένη ἐποχή, ὅπου πατινάρει παρέα μέ ἕνα νεαρό κορίτσι, τό ὁποῖο ἀργότερα ἀνακαλύπτουμε ὅτι εἶναι ἡ ἡλικιωμένη γειτόνισσα τήν ὁποία δέν ἔχει γνωρίσει ἀκόμα.
«Συνέχισαν νά κάνουν πατινάζ», γράφει ἡ Πήρς, «καί ὁ ἀδύναμος φωτεινός ἥλιος ἄρχισε νά βασιλεύει, καί ἡ μαύρη σκιά τῆς Χάττυ περνοῦσε φευγαλέα στά δεξιά τους, πάνω στό θάμπος τοῦ πάγου. Μερικές φορές πατινάριζαν στό ποτάμι• ἄλλες στά πλημμυρισμένα κανάλια. Τούς παρακολουθοῦσαν μονάχα οἱ ἰτιές δίπλα στήν ὄχθη• κι ὁ πάγος σφύριζε στό πέρασμά τους. Εἶχαν σταματήσει νά μιλᾶνε ἤ νά σκέφτονται –τά πόδια, τά χέρια καί τά σώματά τους ἔγερναν δεξιά-ἀριστερά μέ τήν ἀκριβή, ἀκούραστη τακτικότητα πού ἔχει τό ἐκκρεμές τοῦ ρολογιοῦ– πολύ πρίν φωνάξει ἡ Χάττυ: «Δές, Τόμ – ὁ πύργος τοῦ καθεδρικοῦ τοῦ Ἦλυ!»
Ἐπειδή βρίσκονται στήν ἐποχή τοῦ κοριτσιοῦ, ὁ Τόμ δέν ἀφήνει κανένα ἴχνος στόν πάγο, ὅμως προχωροῦν μαζί πάνω στό ποτάμι ὅπου τά πάντα εἶναι παγωμένα, ὅπου παρελθόν καί παρόν πατινάρουν σάν νά εἶναι ἕνα, συνομιλώντας. Ἡ ἔνταση ἀνάμεσα στό παρελθόν καί τό παρόν τῆς Πήρς, καί ἀνάμεσα στή χαρά καί τή μελαγχολία τοῦ Γουόρντσγουορθ, ἀποτελεῖ σημαντικό στοιχεῖο τῆς δύναμης τῶν δύο σκηνῶν.
Γιά πατινέρ ἔγραψε καί ὁ Ἔντμουντ Μπλάντεν. Νά τί λέει τό ποίημά του, «Οἱ πατινέρ τοῦ μεσονυκτίου»:

Τά τσάταλα στέκονται σέ κώνους,
ἀπό κάτω παραμονεύει ἡ παγωμένη λίμνη,
οἱ κορυφές τους ὑψώνονται στούς θρόνους
τῶν ἀστεριῶν, βαθιά θαυμαστά βάραθρα•
Ἀλλά οὔτε τό πιό ψηλό, λένε,
δέν θά ἔφτανε στό μαῦρο βυθό τῆς λίμνης.

Δέν εἶναι λοιπόν ὁ θάνατος πού ἀγρυπνᾶ
μέσα στά μυστικά νερά;
Τί ἄλλο νά θέλει ἄν ὄχι νά πιάσει
τούς παράτολμους γιούς καί κόρες τῆς γῆς;
Μέ τίποτα ἀνάμεσα ἐκτός ἀπό
ἕνα κρυστάλλινο παραπέτο, μέ ἀναμμένες μηχανές.

Ἐμπρός, φωνάζει τό αἷμα, ἐμπρός, ἐμπρός,
στροβιλιστεῖτε, στριφογυρίστε καί τρέξτε ἀπό πάνω του,
χορέψτε στή λεπτή κι ἀδύναμη πίστα,
φερθεῖτε του σάν νά τόν ἀγαπᾶτε•
φλερτάρετέ τον, ξεφύγετέ του, ἐλιχθεῖτε καί προσπεράστε τον,
κι ἀφῆστε τον νά σᾶς μισεῖ πίσω ἀπό τό τζάμι.

Ὁ Μπλάντεν γεννήθηκε τό 1896, πέθανε τό 1974 καί πολέμησε στόν Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, γιά τόν ὁποῖο ἔγραψε τά πασίγνωστα ἀπομνημονεύματά του, «Undertones of War», πού ἐκδόθηκαν τό 1928. Ἡ πολεμική ποίησή του δέν ἀφήνει τόσο μεγάλο περιθώριο γιά συμπεράσματα ὅσο ἡ ποίηση τοῦ Ὄουεν ἤ τοῦ Σασσούν, παρότι ὁ Σασσούν ὑπῆρξε ἀπό νωρίς ὑποστηρικτής τῆς δικῆς του. Ἡ πιό ὁμοιόμορφη συγγραφική ἰδιοσυγκρασία τοῦ Μπλάντεν, ἡ μακρά σταδιοδρομία του καί ἡ ἀγάπη του γιά τό κρίκετ τόν ἔχει χαρακτηρίσει λιγότερο ὡς ποιητή τοῦ πολέμου καί περισσότερο ὡς ποιητή τῆς γεωργιανῆς ἐποχῆς, χαρακτηρισμός πού σχεδόν σημαίνει ὅτι μποροῦμε νά τόν ἀγνοήσουμε χωρίς ἐπιπτώσεις – ὅμως αὐτό τό ποίημά του ἔχει συμπεριληφθεῖ σέ πολλές ἀνθολογίες.
Ὁ λόγος πού ὅλα αὐτά τά χρόνια δέν ἔχω ξεχάσει αὐτό τό ποίημα εἶναι, ὑποψιάζομαι, ἡ συμβολική του δύναμη ἤ τό συμβολικό του βάρος, ἡ ἐντύπωση πού ἀφήνει ἀφότου ἀκουστεῖ, διαβαστεῖ καί χαθεῖ• μιά ἐντύπωση πέρα ἀπό τή φαινομενική ἐλαφρότητά του. Σέ ἀντίθεση μέ τά ἀλληγορικά ἔργα, τό «Πατινέρ τοῦ μεσονυκτίου» χρησιμοποιεῖ ἀναφορές πού δέν εἶναι ἀπολύτως ξεκάθαρες: διατηρεῖ μιά κάποια ἀσάφεια ἐνῶ ταυτόχρονα μοιάζει νά δείχνει ἕνα συγκεκριμένο μέρος, ἕναν μαγνητικό βορρά γεμάτο ἀπό τήν ὀσμή τῆς πραγματικότητας πού βρίσκεται ἀκριβῶς ἔξω ἀπό τό ὀπτικό πεδίο. Ὅμως ἡ ἀσάφεια ἐμποδίζει νά γίνει ἄμεση ταύτιση. Ἐνεργεῖ στό σημεῖο ἔντασης ἀνάμεσα σέ ἕναν ἐντελῶς πραγματικό μαγνητικό καί ἐντελῶς πραγματικό γήινο βορρά. Ἡ μελαγχολία καί ἡ ἀγαλλίαση, τό παρελθόν καί τό παρόν συνυπάρχουν: εἶναι καί τά δύο ζωντανά, καί τά δύο ἀληθινά.

2.
Στό κλασικό της κείμενο περί ἀπώλειας τῆς γλώσσας καί ἐπαναπολιτισμοῦ (re-culturation), τό Lost in Translation, ἡ πολωνικῆς καταγωγῆς συγγραφέας Εὔα Χόφμαν μιλάει γιά τή μετακίνηση ἀπό τήν πυκνή καί μεστή νοήματος λάμψη τῆς γενέτειράς της Κρακοβίας, στό ἀραιό καί φτωχό σέ νόημα Βανκοῦβερ τό 1959. Ἡ πυκνότητα καί ἡ λάμψη πού νοσταλγεῖ ἀποτελεῖ ἐν μέρει γνώρισμα τοῦ φυσικοῦ χώρου – τό ἐσωτερικό τῶν σπιτιῶν στό Βανκοῦβερ, γράφει, ἦταν «ἀλλόκοτα ἐπίπεδο, στερημένο ἀπό φαντασία». Δέν ὑπῆρχε «τίποτα πού νά συμμαζεύει τό σπίτι, νά τοῦ δίνει ἕνα αἴσθημα ἰδιωτικότητας ἤ βάθους – ἐσωτερικότητας». Πέρα ἀπό αὐτό, ὑπῆρχε καί τό πρόβλημα τῆς γλώσσας. Μόλις βρέθηκαν σέ σχολεῖο τοῦ Καναδᾶ, ἡ ἴδια καί ἡ ἀδελφή της ἄλλαξαν ὄνομα, καί τά ἀρχικά τους ὀνόματα προφέρονταν διαφορετικά. «Ἡ διαστρέβλωση τῶν ὀνομάτων μας», μᾶς λέει, «δημιουργεῖ μιά μικρή ἀπόσταση ἀνάμεσα σέ αὐτά καί σ’ ἐμᾶς – ὅμως μέσα σέ αὐτό τό κενό μπαίνει τό τελώνιο τῆς ἀφαίρεσης… Τά νέα ὀνόματα, πού ἐμεῖς οἱ ἴδιες δέν μποροῦμε ἀκόμα νά προφέρουμε, δέν εἶναι ἐμεῖς. Εἶναι ταυτότητες, πινακίδες ἀποκομμένες ἀπό τό σῶμα πού δείχνουν ἀντικείμενα τά ὁποῖα τυχαίνει νά εἴμαστε ἐγώ καί ἡ ἀδελφή μου… Γίνομαι», συνεχίζει, «μιά ζωντανή ἐνσάρκωση στρουκτουραλιστικῆς σοφίας: ἄθελά μου μαθαίνω ἀναγκαστικά ὅτι οἱ λέξεις εἶναι ἁπλῶς ὁ ἑαυτός τους. Ἀλλά πρόκειται γιά φριχτή γνώση… Δέν ἔχω ἐσωτερική γλώσσα… Ἡ λεκτική ἀχλή καλύπτει τά πρόσωπα καί τίς χειρονομίες τῶν ἀνθρώπων μέ κάτι σάν ὁμίχλη».
Ἡ ἀφήγηση τῆς Χόφμαν ἀποτελεῖ ἐξαιρετική περιγραφή τῆς ἀπώλειας τῆς γλώσσας καί τῆς φύσης τῆς γλώσσας βιωμένης ὡς τραυματική ἐμπειρία. Ξεχειλίζει ἀπό εὐαισθησία καί εὐφυΐα. Μέ γλωσσολογικούς ὅρους, μᾶς λέει, τό σημαῖνον ἔχει χωριστεῖ ἀπό τό σημαινόμενο. Ὁ ἦχος πού σημαίνει αὐτό ἀποσπᾶται ὀδυνηρά, ξεριζώνεται ἀπό τό αὐτό πού σημαίνει: τόν ἐκτοπίζει μιά ἄλλη λέξη, καί μαζί της δέν φέρνει μονάχα τό βάρος τοῦ λεξικοῦ, ἀλλά καί τό τονάζ τῆς συσσωρευμένης ἐμπειρίας: τῆς ἐξάσκησης, τῆς συναλλαγῆς, τῆς συσχέτισης, τῆς φαντασίας καί τοῦ ὀνείρου, πού κανένα μέρος της δέν ἔχει γίνει ἀκόμα κτῆμα της.

Ὅταν ἐγώ καί τά ἄλλα τρία μέλη τῆς οἰκογένειάς μου φτάσαμε στήν Ἀγγλία ὡς πρόσφυγες τόν Δεκέμβριο τοῦ 1956, μόνο ὁ πατέρας μου μιλοῦσε ἀγγλικά, καί τά μιλοῦσε ἀρκετά ὥστε νά κάνει τό διερμηνέα σέ ὁμάδες ἄλλων προσφύγων. Μετά ἀπό ὀλιγοήμερη παραμονή σέ ἕνα στρατόπεδο, πήγαμε στό Γουεστγκέητ στήν ἀκτή τοῦ Κέντ ὅπου βρήκαμε σημαινόμενα γιά τά ὁποῖα εἴχαμε σημαίνοντα, ἀλλά ὄχι ἄμεση ἐμπειρία. Καταρχήν, ὑπῆρχε θάλασσα. Κανείς μας δέν εἶχε ξαναδεῖ θάλασσα, παρότι διαθέταμε τή λέξη tenger πού σημαίνει «θάλασσα». Ἡ λέξη tenger ἦταν λέξη ἀπό παραμύθια καί μύθους, ἀπό λόγια ἄλλων ἀνθρώπων, ἀπό ταινίες: περιέκλειε ἕνα σύνολο σημασιῶν πού δέν εἴχαμε βιώσει ἀπό πρῶτο χέρι. Ἡ μεταφορά τοῦ παλιοῦ λεξιλογίου μας σέ ἕνα νέο σύνολο ἐμπειριῶν, ὅπως εἶναι φυσικό, ἦταν χρονοβόρα: ἔτσι τό ἀγγλικό τσάι δέν σήμαινε ἀκριβῶς «tea» καί τό ἀγγλικό ψωμί δέν σήμαινε ἀκριβῶς «&B;kenyér&D;», ἐπειδή αὐτά πού τρώγαμε γιά τσάι καί ψωμί δέν ἦταν αὐτά πού εἴχαμε συνηθίσει. Ὁ Τζόρτζ Στάινερ λέει γι’ αὐτό στό «Μετά τή Βαβέλ», γιά τό πῶς ἀκόμα καί ἡ συναλλακτική γλώσσα εἶναι ἀνεπαρκής ἐμπρός στήν ἐμπειρία: «brot» καί «πόνος» δέν εἶναι δύο ἀθῶοι κενοί δεῖκτες. Δέν εἶναι μόνο ὅτι θά βρεῖς διαφορετικά εἴδη ψωμιοῦ στή Γερμανία καί τή Γαλλία, ἀλλά ὅτι αὐτά τά ψωμιά σέρνουν πίσω τους ἕνα περίπλοκο φορτίο ἱστορίας, κουλτούρας καί συνειρμῶν.
Ἡ ἀπόφαση τῆς οἰκογένειας ἦταν νά μάθουμε ἀγγλικά τό ταχύτερο δυνατόν. Ὁ ἀδερφός μου καί ἐγώ ξαφνικά πάψαμε νά ἀκοῦμε οὔγγρικα. Ἀκούγαμε τά σπαστά ἀγγλικά τῶν γονιῶν μας καί τά φυσικά ἀγγλικά τοῦ σπιτονοικοκύρη καί τῆς γυναίκας του στήν πανσιόν πού μέναμε, τά ἀγγλικά τῶν ἀνθρώπων στά μαγαζιά, στά γραφεῖα καί τούς δρόμους.
Φυσικά δέν θυμᾶμαι τίποτα ἀπό αὐτά. Ὅλα ἔχουν σβηστεῖ. Ἦταν τραυματική ἀλλαγή. Ὁ ἀδερφός μου σταμάτησε νά μιλάει ἐντελῶς γιά τρεῖς μῆνες. Ἐγώ ἔμαθα ἀγγλικά πολύ γρήγορα, ἀλλά δέν θυμᾶμαι τίποτα ἀπό τή διαδικασία. Ἐνδεχομένως αὐτό συμβαίνει ἐπειδή γιά λίγο δέν εἶχα καμία γλώσσα μέ τήν ὁποία νά μπορῶ νά καταγράψω τήν ἐμπειρία: ὅ,τι δέν μπορεῖς νά καταγράψεις, δέν μπορεῖς νά τό ἐξερευνήσεις ἤ νά τό ὁρίσεις. Ἡ περίοδος τῆς μάθησης καί τῆς λησμονιᾶς εἶναι μιά κενή τρύπα• μιά ὁμίχλη τόσο πυκνή πού οὔτε πίσω της μπορεῖς νά δεῖς οὔτε μέσα της. Ἦταν χειρότερη ἀπό τή λεκτική ἀχλή τῆς Εὔας Χόφμαν: μιά παντελῶς ἀδιαπέραστη βρετανική ὁμίχλη πηχτή σάν μπιζελόσουπα. Ἴχνη καί τουφίτσες αὐτῆς τῆς ὁμίχλης ἐξακολούθησαν νά κρέμονται γύρω μας γιά χρόνια: ἀκόμα ὑπάρχουν. Ὑποπτεύομαι ὅτι ἡ μητέρα μου, πού πέθανε νωρίς, δέν βγῆκε ποτέ ἐντελῶς ἀπό μέσα της.

Ἐπίπεδο, φριχτή γνώση, τελώνιο τῆς ἀφαίρεσης: ὅροι τῆς Εὔας Χόφμαν. Οἱ λέξεις εἶναι ἄψυχα τοῦβλα γεμάτα βουή καί μανία, χωρίς κανένα νόημα• τοῦβλα καί πέτρες καί χειρότερα ἀπό ἀναίσθητα πράγματα.

3.
Δέν νομίζω ὅτι πρόκειται γιά ἐντελῶς ἀπόκρυφη γνώση, ἀκόμα καί στούς φυσικότερους τῶν φυσικῶν ὁμιλητῶν: ὅπως ἔχει ἐπισημάνει καί ὁ προκάτοχός μου σέ αὐτές τίς ἐτήσιες διαλέξεις, ὁ Ντόν Πάτερσον, ἡ ἁπλή μηχανική ἐπανάληψη μιᾶς λέξεις ἀρκεῖ γιά νά βιώσουμε τήν ἐξάλειψη τοῦ νοήματος ἀπό τόν ἦχο πού ὑποτίθεται ὅτι τό περικλείει. Συνειδητοποιοῦμε τή φριχτή ἀλήθεια γιά τίς λέξεις: τήν αὐθαιρεσία τους, τή ματαιότητά τους, τήν κενότητα καί τήν ἀπουσία οὐσίας. Ἡ γλώσσα, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται, δέν εἶναι παρά μιά λεπτή στρώση συμβατικότητας ἁπλωμένη πάνω ἀπό σκοτεινή ἀδιαμόρφωτη ὕλη γιά τήν ὁποία δέν γνωρίζουμε τίποτα ἐκτός ἀπό φόβο καί πόθο.
Ὑποψιάζομαι ὅτι ὁ λόγος πού θυμᾶμαι τό ποίημα τοῦ Μπλάντεν εἶναι γιατί ἀποτελεῖ, ἀνάμεσα στά ἄλλα, μιά ἔμμονη μεταφορά τῆς γλώσσας: ἡ γλώσσα εἶναι τό λεπτό στρῶμα πάγου πάνω ἀπό μιά ἀπύθμενη λίμνη μέ μαῦρο βυθό. Μέ τό σκοτάδι ἀπό πάνω κι ἀπό κάτω, ἡ πυκνότητα, ἡ διαύγεια καί ἡ ἀξιοπιστία τοῦ πάγου ποικίλλει: εἶναι δυναμικός. Λιώνει, πυκνώνει, στηρίζει καί ὑποχωρεῖ. Πάνω του περνᾶνε οἱ πατινέρ, ξεχνώντας γιά λίγο τή λίμνη πού βρίσκεται ἀπό κάτω, μιά λίμνη ὅπου μέσα της, ὅπως μᾶς λέει ὁ Μπλάντεν, ὁ θάνατος περιμένει καί παρακολουθεῖ «μέ ἀναμμένες μηχανές», μισώντας τούς πατινέρ καί εὐχόμενος νά πέσουν μέσα.
Ὁ πάγος πού μᾶς προσφέρει ὁ Μπλάντεν εἶναι ἁπλῶς ἕνας δρόμος. Μιά ἐπιφάνεια. Μπορεῖ νά εἶναι λεπτός, ἀλλά διαθλᾶ τό φῶς, συλλέγει φῶς καί χρῶμα, παράγει ἀντανακλάσεις καί ἀφήνει περιθώριο γιά ἀναπάντεχα χαριτωμένη κίνηση. Οὔτε οἱ πατινέρ εἶναι ἁπλοί ταξιδευτές, ἄνθρωποι πού πρέπει νά φτάσουν κάπου γιά δουλειά: βρίσκονται ἐκεῖ ἐπειδή παρά τούς κινδύνους ἀπολαμβάνουν τό πατινάζ, ἐπειδή, ἴσως προσθέσει κανείς, τό πατινάζ δέν εἶναι μόνο μιά περιστασιακή ἀνάγκη ἀλλά μιά ἐξευγενισμένη ἱκανοποιητική εὐχαρίστηση.
Ὑποψιάζομαι ὅτι ἡ ἀνικανότητά μου νά θυμηθῶ πῶς ἔμαθα ἀγγλικά ἤ πῶς ξέχασα τά οὐγγρικά εἶναι ἐμπειρία ἀντίστοιχη μέ τό νά πέφτεις μέσα στόν πάγο, ἀλλά νά γλιτώνεις ἀπό τή βουτιά καί νά σέ τραβᾶνε ἔξω ἀπό τό νερό.
Στό μεταξύ ὑπῆρχαν ἔμπειροι καί ταλαντοῦχοι πατινέρ πού γλιστροῦσαν στόν πάγο καί ἔπαιρναν βαθμούς γιά Τεχνική Δεξιοτεχνία καί Αἰσθητική Παρουσίαση, κάνοντας ὀχτάρια καί γλιστρώντας σάν ὑποψήφιοι ὀλυμπιονίκες στό χορό στόν πάγο, Τόρβιλ καί Ντήν μέ τέλειες βαθμολογίες.

Δέν θέλω νά τό παρακάνω μέ τή φαντασιοπληξία. Πάντα ἁρμόζει κι εἶναι συνετή μιά ὁρισμένη εἰρωνεία γιά τίς μεταφορές τοῦ καθενός. Ὁ Κόουλριτζ ἔκανε τή διάσημη διάκριση ἀνάμεσα στή φαντασίωση καί τή φαντασία, καί ἕνας ἀπό τούς κινδύνους πού διατρέχει ὁ ποιητής εἶναι νά διολισθήσει ἄθελά του ἀπό τή δεύτερη στήν πρώτη ἤ ἀκόμα ἀκόμα νά μήν περάσει ποτέ στή δεύτερη. Μάλιστα, ὡραία ἰδέα. Καί λοιπόν;
Ἀλλά αὐτή δέν εἶναι ἁπλῶς μιά ἰδέα. Νομίζω ὅτι ἡ ψύχρα τῆς γλώσσας, ἡ δυνητική σκανταλιά καί μπαμπεσιά της, εἶναι κάτι πού νιώθουμε ὅλοι, ὅπως διαισθανόμαστε τά σκοτεινά νερά λίγα ἑκατοστά κάτω ἀπό τόν πάγο καί τόν σκοτεινό οὐρανό ἀπό πάνω μας.
Ὁ Τόμας Λάβελ Μπέντοουζ, ἰακωβιανός τῆς ρομαντικῆς ἐποχῆς, πού ἔγραφε ἐκτός τῆς ἐποχῆς του στή δεκαετία τοῦ 1820, ἔγραψε τά ἑξῆς στό θεατρικό ἔργο του The Last Man:

«Ἄχ, καλός ἄνθρωπος, στοργικός πατέρας, φίλος ἐπιστήθιος –
τέτοια λόγια φυτρώνουν, σάν χλόη καί τσουκνίδες,
πάνω στούς νεκρούς, καί πιτσιλωτά μίση κρύβονται
μέσα τους σάν φρύνοι…»

Καλός ἄνθρωπος, στοργικός πατέρας, ἐπιστήθιος φίλος. Πόσο μπαμπέσικα εἶναι τέτοια λόγια, καί πόσο καλά ξέρουν νά κρύβονται οἱ φρύνοι καί τά πιτσιλωτά μίση! Ποιά εἶναι ἡ θέση τους κάτω ἀπό τόν πάγο; Καθόλου μακριά. Δέν εἴμαστε ἀφελεῖς. Ξέρουμε ὅτι ἡ ἀλήθεια μέ τόν καιρό μεταλλάσσεται σέ κοινοτοπία, ὕστερα σέ κλισέ κι ἀργότερα στό ἀντίθετό της. Ξέρουμε ὅτι οἱ λέξεις μποροῦν νά γίνουν ὄχι μονάχα ἀδρανεῖς ἦχοι, ἀλλά μηχανορράφοι, δολοπλόκοι ψεῦτες.

Ἄχ, τό ἔχουμε ξεκαθαρίσει
Ἄχ, σύμψυχη ἡ κοινότητα θρηνεῖ,
Ἄχ, μιά πόλη μέσα στόν φόβο ζεῖ.
Ἄχ, τρομοκράτη. Ἄχ, ἀγωνιστή.
Ἄχ, καλέ ἄνθρωπε, στοργικέ πατέρα, φίλε ἐπιστήθιε.

Ὁ Ρολάν Μπάρτ στίς Μυθολογίες τό πέτυχε στήν περίπτωση τοῦ Γάλλου χωρικοῦ πού κατηγορήθηκε ὅτι δολοφόνησε ἕναν Ἐγγλέζο ἀριστοκράτη πού ἐπισκεπτόταν τήν περιοχή. Οἱ ὅροι πού χρησιμοποίησαν οἱ δικαστές καί ὁ τύπος εἶναι δάνειες ἀπό τή φτηνή ἀστική λογοτεχνία, λέει ὁ Μπάρτ. Οἱ ὅροι καί οἱ διατυπώσεις εἶναι κομμάτι τοῦ λόγου πού καθορίζει τά ἀποτελέσματα καί ἐλέγχει τή συζήτηση. Ἡ γλώσσα τοῦ χωρικοῦ ἀποκλείεται ἀπό τή διαδικασία. Ἡ γλώσσα στήν ὁποία ἀποφασίζεται ἡ μοίρα του εἶναι γι’ αὐτόν ἀπρόσιτη.
Κι ἐμεῖς γνωρίζουμε καλά τίς τεχνικές τῆς χειραγώγησης. Ξέρουμε τά διφορούμενα λόγια καί τίς φθαρμένες λέξεις. Ξέρουμε ὅτι οἱ λέξεις εἶναι τά ὅπλα πού χρησιμοποιοῦμε γιά νά προστατεύσουμε τά συμφέροντά μας, ἐνῶ δείχνουμε ὅτι προστατεύουμε τά συμφέροντα τῶν ἄλλων. Ὅταν πρόκειται γιά μᾶς καί τά συμφέροντά μας, εἴμαστε καχύποπτοι καί εὐαίσθητοι μέχρι ἀηδίας. Τήν πρώτη φορά πού εἴπαμε «ἀγάπη μου» σέ κάποιον γιά τόν ὁποῖο ἴσως ἐνδιαφερόμασταν, ἡ τάση ἦταν ὑψηλή, ἡ ἰσχύς σχεδόν συντριπτική• τή δεύτερη λιγότερο, καί ὕστερα ὅλο καί λιγότερο. Ἤ ἔτσι νομίζουμε. Ἴσως εἶναι ἔτσι, σωστά; Ἴσως ἡ λέξη ἀρχίζει νά σημαίνει κάτι ἄλλο. Εἶναι ἡ ἴδια λέξη, ὁ ἴδιος ἦχος, ἀλλά ὁ πάγος ἔχει λεπτύνει πολύ καί ὁ πατινέρ ἐξακολουθεῖ νά κάνει πάνω του τήν ἴδια φιγούρα, ξανά καί ξανά.

Ἡ ζωή εἶναι δύσκολη. Χρησιμοποιοῦμε τή γλώσσα γιά νά ἀσκήσουμε ὅσο ἔλεγχο γίνεται στήν κατά τά ἄλλα ἀνέκφραστη, ἄναρθρη, ἀνοργάνωτη ζωή μας, καί εἰλικρινά λογικό δέν εἶναι; Εἶμαι ἄξιος. Εἶμαι θύμα. Δικαιοῦμαι. Ἔχω ἠθικό δικαίωμα. Κανείς δέν θά μέ κατηγορήσει. Ἔχουμε μηχανευτεῖ ὁλόκληρες σειρές ἐλέγχου πού ὑποφέρουν ἀπό πρόωρη φθορά καί πρέπει νά ἀντικαθίστανται τακτικά γιά νά λειτουργήσουν.
Ὅμως μέ ἀπασχολεῖ λιγότερο ἡ χειραγώγηση καί περισσότερο τί εἶναι ἕνα ποίημα καί πῶς ἀντιμετωπίζει μέ ἀλήθεια τήν ἐμπειρία. Μέ ἀπασχολεῖ ὁ ἴδιος ὁ πάγος καί αὐτά πού κάνουμε πάνω του. Ὁ Μαλλαρμέ, Γάλλος ποιητής τοῦ 19ου αἰώνα, θεωροῦσε ὅτι τό καθῆκον τοῦ ποιητῆ ἦταν νά ἐξαγνίσει τή γλώσσα τῆς φυλῆς. Ὁ Σέλλεϋ περιέγραψε τούς ποιητές σάν τούς παραγνωρισμένους νομοθέτες τοῦ κόσμου. Εἶναι γελοῖοι αὐτοί οἱ ἰσχυρισμοί;
Ἄρχισα νά πρωτογράφω στά δεκαεπτά μου, ὅταν ἕνας φίλος μοῦ ἔδειξε ἕνα ποίημα πού θεωροῦσε καλό. Τό εἶχε γράψει ἕνας κοινός γνωστός μας. Ἦταν ἡ πρώτη φορά πού κάποιος μοῦ ἔδειχνε ποίημα γραμμένο ἀπό κάποιον πού ἤξερα, καί ἀμέσως αἰσθάνθηκα, τό αἰσθάνθηκα πολύ ἔντονα, ὅτι ἦταν κακό. Ἦταν κακό γιατί μοῦ φαινόταν ὅτι ὑπερέβαλλε καί χρησιμοποιοῦσε μεγαλόστομες ἐκφράσεις πού ἔδειχναν ὑπερβολικές γιά τό θέμα του. Μέ ἄλλα λόγια, ἠθελημένα ἤ ἀθέλητα, ἔλεγε ψέματα. Τότε δέν εἶπα τίποτε –δέν θά μποροῦσα κάν νά διατυπώσω μιά τέτοια σκέψη–, ἀλλά ἐκείνη ἡ στιγμή πού τό ἀντιλήφθηκα μοῦ ἄλλαξε τή ζωή. Μόλις διαισθάνθηκα ὅτι τό ποίημα ἦταν ἀναληθές, ἔνιωσα ἀμέσως τή δύναμη τῆς ἴσης καί ἀντίθετης πρότασης: ὅτι ἦταν δυνατόν νά ποῦμε τήν ἀλήθεια καί ὅτι ἡ ποίηση ἦταν ἡ μορφή στήν ὁποία θά μποροῦσε νά γίνει αὐτό.
Εἶχα ἤδη συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ ἀλήθεια δέν ἦταν ἁπλό πράγμα. Δέν ἦταν σάν αὐτή τή δήλωση ἤ τήν ἑπόμενη. Ἡ ἀλήθεια, ὅλη ἡ ἀλήθεια καί τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό τήν ἀλήθεια, δέν ἦταν ἐξ ὁλοκλήρου θέμα στοιχείων, πληροφοριῶν, δεδομένων καί παραποιήσιμων δηλώσεων, ἀλλά ζήτημα ἰδιάζουσας ἀκλόνητης περιπλοκότητας πού μέσα της φέρει ποικίλα ἀνταγωνιστικά ἐπίπεδα κατανόησης. Ἡ ἐμπειρία δέν ἦταν ἕνα σταθερό διάγραμμα, ἀλλά μιά σειρά μετασχηματιζόμενων ἐπιπέδων πού ἡ ποίηση θά μποροῦσε νά φιλοδοξεῖ νά ἀντιληφθεῖ: καί μελαγχολία καί ἀγαλλίαση, καί παρελθόν καί μέλλον. Ἡ περίεργη τάση ἀνάμεσά τους στόν πάγο. Τό ποίημα ἦταν φορέας τῆς ἀλήθειας.
Ὅπως καί ἄλλα μεγάλα γεγονότα πού ἀλλάζουν τή ζωή, ἦταν κι αὐτό μιά ἐνστικτώδης ἀπόφαση. Ἐν πάση περιπτώσει, ἄρχισα νά γράφω. Εἶχα διαβάσει ἐλάχιστη ποίηση καί δέν γνώριζα οὔτε τόν Μαλλαρμέ οὔτε τόν Σέλλεϋ, ἀλλά ἤξερα ὅτι ἡ γλώσσα πού χρησιμοποιούσαμε ἦταν θολή καί ὅτι ἴσως θά μπορούσαμε νά προσφύγουμε σέ μιά πιό σαφή, πολυδιάστατη γλώσσα ὅπως κανείς προσφεύγει στό νόμο.
Ὁ Μπλάντεν περιγράφει τόν πάγο σάν κρυστάλλινο παραπέτο. Τό «κρυστάλλινο» μᾶς μιλάει γιά τή δομή, τίς διαθλάσεις καί τίς γωνίες• τό παραπέτο γιά τήν ἄμυνα καί τό ἐνδεχόμενο τῆς πτώσης. Ἡ συγγραφή ποιημάτων ἦταν ἕνας τρόπος νά κινηθεῖς πάνω στόν πάγο, νιώθοντας τίς ἀκριβεῖς διαστάσεις τοῦ πάγου κάτω ἀπό τά πόδια σου, διαισθανόμενος τόν τρόμο τῆς ἔλλειψης νοήματος ἀπό κάτω του.

Ὅταν ἡ Τόρβιλ καί ὁ Ντήν βρίσκονταν στήν ἀκμή τους, προσείλκυαν περίπου 24 ἑκατομμύρια τηλεθεατές σέ αὐτή τή χώρα. Ἕνα μεγάλο μέρος μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ στόν πατριωτισμό καί στήν ἀγάπη γιά τόν ἀγώνα: ἡ νίκη ἀρέσει στά πλήθη. Ὅμως ἡ κρίση τοῦ ἀθλήματος στό ὁποῖο κέρδιζαν οἱ δύο πατινέρ δέν εἶναι εὔκολη: ἡ χάρη ἔχει δευτερεύουσα σημασία στό ἀποτέλεσμα σέ πολλά ἀθλήματα καί ὁ χορός στόν πάγο, ἀπό αὐτή τήν ἄποψη, εἶναι μόνο ἕνα ἄθλημα. Εἶναι δύσκολο νά ἀποτιμηθεῖ μέ ἀπόλυτη ἀκρίβεια ἡ χάρη στό ἀνώτατο ἐπίπεδο. Ὑπεισέρχεται ἡ ὑποκειμενικότητα. Παρ’ ὅλα αὐτά, τό φάσμα τῆς χάρης πού ἀπαιτοῦσε ὁ ἀγώνας δέν ἦταν ἀπόλυτα ἀπόκρυφο. Στό κάτω κάτω χρησιμοποιοῦσαν φράσεις ὅπως ποιητικότητα στήν κίνηση καί σκέτο ποίημα καί ἐννοοῦσαν κάτι μέ αὐτές. Μέ ἄλλα λόγια, εἶχαν μιά ἰδέα τί μπορεῖ νά περιλάμβανε ἡ ποίηση καθ’ ἑαυτήν, τό φάσμα τῶν νοημάτων καί τῶν ἀξιῶν πού ἐμπεριέχει τό ποιητικό.
Ἀκόμα καί ἄνθρωποι πού δέν διάβασαν ποτέ ποίηση ὡς ἐνήλικοι ἔχουν μιά ἰδέα τῆς λειτουργίας τῆς ποίησης. Τήν ἀντιλαμβάνονται ὡς ἔκφραση ἑορτασμοῦ καί ἀπαθανάτισης. Ὁ θάνατος τῆς πριγκίπισσας Νταϊάνας γέννησε χιλιάδες σύντομα ἐρασιτεχνικά ποιήματα, ὅπως συμβαίνει σέ γενέθλια, γάμους καί σέ ἄλλα συνηθισμένα τελετουργικά. Ἄνθρωποι μέ μικρό ποιητικό ταλέντο καταλαβαίνουν ὅτι τά ἰδιόμορφα λεκτικά σχήματα πού ἀποκαλοῦμε ποιήματα ἐπιτυγχάνουν κάτι παραπάνω ἀπό τίς δηλώσεις: ὅτι ἡ ποίηση δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνας καλαίσθητος τρόπος ὁμιλίας, ἀλλά κάτι πού ἐξυπηρετεῖ συγκεκριμένη λειτουργία.
Τά ποιήματα πού γράφουν οἱ ποιητές ἐκ τοῦ προχείρου συνήθως εἶναι φτωχά ὡς ποίηση: χαλαρές ὁμοιοκαταληξίες, κακοτεχνίες, κοινοτοπίες, μελοδραματικές προσεγγίσεις: ὅμως αὐτό δέν σημαίνει ὅτι οἱ συγγραφεῖς ἤ τά συναισθήματα ἀπό τά ὁποῖα πηγάζουν αὐτοί οἱ στίχοι εἶναι χοντροκομμένα καί ἀμελητέα. Δέν μέ ἀπασχολεῖ τόσο ἡ ποιότητα τοῦ προϊόντος (τά ἐνδεχόμενα ἀθέλητα ψέματα ἔναντι τῶν ἐνδεχόμενων ἠθελημένων ἀληθειῶν) ὅσο ἡ ἐνστικτώδης κατανόηση τῆς ἀνάγκης νά παραχθεῖ αὐτή ἡ κατηγορία γραφῆς καί ὁμιλίας.
Ἐδῶ θέλω νά διαφωνήσω μέ τόν προκάτοχό μου, τόν Ντόν Πάτερσον, καί τήν ἄποψή του γιά τήν ποίηση πού ἀπορρίπτει ὡς «ἁπλῶς καλή», «ἐρασιτεχνική», «ἀνόητη» καί «ἄθλια». Μερικά ποιήματα εἶναι ἔτσι ἐπειδή, πιστεύει ἐκεῖνος, ἔχουν γραφτεῖ ἀπό τούς λάθος ἀνθρώπους. «Μόνο οἱ ποιητές μποροῦν νά γράψουν ποίηση», λέει καί τό ἀναπτύσσει προσθέτοντας, «πρῶτα πρέπει νά πεῖς ποιός εἶναι ποιητής καί ποιός ὄχι».
Προσωπικά, αὐτός ὁ τρόπος προσέγγισης μοῦ φαίνεται ἀπολύτως ἐσφαλμένος γιά ἀπίστευτα πολλούς λόγους, ἀλλά ἐδῶ μπορῶ νά καλύψω μόνο ἕναν-δυό. Ὑπάρχουν, γιά παράδειγμα, πολλά μεμονωμένα ποιήματα, ἤ ὁμάδες τριῶν-τεσσάρων ποιημάτων ἀπό ποιητές πού δέν ἔχουν βγάλει τίποτε ἄλλο ἰδιαίτερης ἀξίας. Ἀπό τήν ἄλλη, ὑπάρχουν πολλοί ἐξαίρετοι ποιητές πού ἔχουν γράψει μερικά ἀπίστευτα ἄσχημα ποιήματα. Κι ὕστερα ὑπάρχουν φάσεις ὅπου κάποιοι γράφουν καλά καί φάσεις ὅπου γράφουν ἄσχημα.
Σημασία ἔχουν τά ποιήματα, ὄχι οἱ ποιητές: ἤ γιά νά τό διατυπώσω πιό καθαρά, αὐτός πού πρέπει νά κρίνουμε εἶναι ὁ ποιητής πού ἐμφανίζεται στά ποιήματα, καί ὄχι τό ἄτομο πού ἀξιώνει τόν τίτλο τοῦ «ποιητῆ».
«Πρῶτα πρέπει νά πεῖς ποιός εἶναι ποιητής καί ποιός ὄχι», λέει ὁ Πάτερσον. Μά ποιός εἶναι τό «ἐσύ»; Ἀπό ποῦ ξεφυτρώνει αὐτό τό «ἐσύ» καί διεκδικεῖ τό ἀλάθητο; Ὑπάρχουν, φαντάζομαι, περίπου πέντε μεγάλοι ἐκδότες ποίησης σέ αὐτή τή χώρα. Κατά περιόδους, δύο, τρεῖς ἤ τέσσερις ἀπό τούς ἐπιμελητές ἔκδοσης εἶναι ποιητές πού δημοσιεύουν ὁ ἕνας τά ἔργα τοῦ ἄλλου. Αὐτοί, ὅπως μποροῦν δικαίως νά ἰσχυριστοῦν, ἔχουν καί παραέχουν τό δικαίωμα νά ποῦν σ’ ἐμᾶς τούς ὑπόλοιπους ποιός εἶναι ποιητής καί ποιός ὄχι.
Δέν διαφωνῶ μέ τίς ἐπιλογές τους. Σέ γενικές γραμμές ἐμπιστεύομαι τήν κρίση τους στό βαθμό πού θαυμάζω τά ποιήματά τους. Εἶναι ἔξυπνοι, ὀξυδερκεῖς ἐπιμελητές πού γενικά ἐκδίδουν τή δουλειά καλῶν ποιητῶν. Δέν ἀποτελοῦν, ὅπως ἔχει πεῖ ὁ δικός μου ἐπιμελητής, ποιητική ἀστυνομία. Δέν μποροῦν νά σέ συλλάβουν. Μέσα στή σφαίρα τῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐκδοτικῶν τους οἴκων ἔχουν κάθε δικαίωμα νά ἀποφαίνονται γιά τήν ποιότητα κάθε συγγραφέα. Στό κάτω κάτω, γι’ αὐτό πληρώνονται. Ὅμως εἶμαι ἀντίθετος στό νά πᾶνε στήν παγωμένη λίμνη τοῦ Μπλάντεν καί νά στήσουν παντοῦ πινακίδες πού γράφουν «Μήν πατᾶτε τόν πάγο», «Ἰδιωτικός χῶρος», «Μόνο δεξιοτέχνες πατινέρ», «Ἄδειες ἐκδίδονται κατόπιν αἰτήσεως στήν ἐπιτροπή».
Δέν πρόκειται γιά ἐπιχείρημα περί ἐλιτισμοῦ ἤ ταλέντου. Γνωρίζω πολύ καλά ὅτι τό ταλέντο καί ἡ ἐπιτυχία δέν κατανέμονται ἰσόποσα καί δέν ρυθμίζονται ἀπό τούς νόμους τῆς ἐκπλήρωσης ἐπιθυμιῶν. Εἶναι ἐπιχείρημα περί αὐθεντίας καί ὕβρεως. Καί εἶναι κάτι παραπάνω ἀπό προσωπικό ἐπιχείρημα: εἶναι ἐπιχείρημα γιά τήν ἀντίληψη καί τή φύση τῆς ποίησης.
Ὁ Πάτερσον ἐπισημαίνει τόν διττό κίνδυνο ὅπως τόν βλέπει, τοῦ Λαϊκισμοῦ ἀπό τή μία πλευρά καί τοῦ μεταμοντερνισμοῦ ἀπό τήν ἄλλη. Θά παραβλέψω τό μεταμοντερνισμό γιατί μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ Πάτερσον χρησιμοποιεῖ κάπως χαλαρά τόν ὅρο γιά νά ἀναφερθεῖ σέ ἀνθρώπους πού στήν πραγματικότητα εἶναι μοντερνιστές μέ τή μετα-Πάουντ ἔννοια. Ἐδῶ μέ ἐνδιαφέρει περισσότερο ἡ ἰδέα τοῦ λαϊκισμοῦ. Δέν ὁρίζει ἀκριβῶς τόν ὅρο, μιλώντας ἁπλῶς γιά «ἀνθολογίες-σοῦπες γεμάτες ἄθλια ποιήματα». Ἔχω μιά ἰδέα σέ ποιές ἀνθολογίες μπορεῖ νά ἀναφέρεται, ἀλλά καλό θά ἦταν νά εἶχε δώσει μερικά παραδείγματα ἄθλιων ποιημάτων, γιατί ἡ ἀθλιότητα εἶναι αὐτοεπικυρούμενος ὅρος. «Αὐτή εἶναι ἡ δική σου ἄποψη, φίλε», ὅπως λέει ὁ Μάγκας στόν&I;&D; Μεγάλο Λεμπόφσκι&I;&D;. Δέν βλέπω τί πρόβλημα ὑπάρχει μέ τίς σοῦπες. Τό ἴδιο καί κάποιος πού πεινάει πραγματικά. Τί νά κάνουν δηλαδή; Νά πεινάσουν μέχρι νά φᾶνε αὐτό πού ἡ ἐπιτροπή ἀποφάσισε νά βαφτίσει παντεσπάνι;
Στά μαθήματά μου ἔχω παρατηρήσει συχνά μιά διαδικασία: ὅτι ἡ κατανόηση τῆς ποίησης δέν εἶναι, ὅπως νομίζει ὁ Πάτερσον, δομημένη σάν μαθητεία. Ἀντιθέτως ὑπάρχει μιά συγκεκριμένη στιγμή ὅπου ἡ φύση τῆς ποίησης γίνεται κατανοητή γιά πρώτη φορά. Αὐτό τό πρῶτο βῆμα πάνω στόν πάγο συνίσταται ἀπό τήν κατανόηση τοῦ σκοποῦ τοῦ πάγου καί ἀπό ἕνα στοιχεῖο τῆς φύσης του. Στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ συνειδητοποίηση ἑνός πράγματος πού γνωρίζουμε ἀπό τήν ἀρχή. Ἀνέκαθεν ξέραμε τί βρίσκεται κάτω: πάντα νιώθαμε τόν πάγο κάτω ἀπό τά πόδια μας.
Ὁ Πάτερσον λέει ὅτι κανένας ἀληθινός ποιητής δέν εἶναι ποτέ ἐρασιτέχνης. Ἐγώ τό σκέφτομαι ἀλλιῶς: ὅτι ξεκινᾶμε σάν ἐρασιτέχνες καί ὅτι ἡ μαθητεία μας ἀρχίζει μόνο τή στιγμή πού θά καταλάβουμε τί εἶναι αὐτό στό ὁποῖο θά μαθητεύσουμε. Ἡ πρώτη στιγμή τῆς κατανόησης εἶναι μιά στιγμή νευρικῆς χαρᾶς. Τό ἄν ὁ νέος μαθητευόμενος θά γίνει διάσημος «ἐπαγγελματίας» ποιητής δέν ἔχει σημασία σέ αὐτή τή φάση, ἐπειδή αὐτό πού μετράει εἶναι ἡ στιγμή τῆς κατανόησης: ἐμπεριέχει μιά κατανόηση τῆς σημασίας τῆς ποιητικῆς πράξης ὄχι μόνο γιά ἄλλους ποιητές, ἀλλά γιά τήν ἀνθρώπινη προσπάθεια γενικότερα. Δέν ὑπάρχει ἰδιωτική λιμνούλα στήν ἀνθρώπινη προσπάθεια, κι ἄν ἡ ποίηση ἔχει σημασία τήν ἔχει γιατί ἐμεῖς, ὅλοι μας –ἀπό αὐτόν πού γράφει ψευτορομαντικά ποιηματάκια ὥς τό συγγραφέα τῆς Ἔρημης χώρας ἤ τῶν Ἀσμάτων, ἤ ἀκόμα καί τοῦ Landing Lights– νιώθουμε τόν πάγο κάτω ἀπό τά πόδια μας.

Ἡ ποίηση εἶναι ἡ πρώτη λογοτεχνική παράδοση. Ἐμφανίζεται στόν παλμό τῆς μήτρας τῆς μάνας μας, στό σφυγμό μας, στό παιδικό λίκνισμα, στήν ἐκμάθηση τῶν ὀνομάτων, τῶν ὀνομασιῶν μας, τῶν φανταστικῶν συγχύσεών μας, στήν ἐπίγνωση τῆς αὐθαιρεσίας καί τῆς καθαρῆς ἀνοησίας τοῦ ἐγχειρήματος τῆς γλώσσας: τόν ἀγλαό τρόμο καί τήν εὐφροσύνη της.
Ὁ Πάτερσον ὁρίζει τό ποίημα ὡς «ἕνα μηχανισμό γιά νά θυμᾶται τόν ἑαυτό του». Δέν εἶμαι σίγουρος πῶς ἕνα μηχάνημα θυμᾶται τόν ἑαυτό του, ἀλλά ὅπως καί νά ‘χει, νομίζω ὅτι τό ποίημα εἶναι κάτι παραπάνω ἀπό μνημοτεχνική. Θυμᾶμαι τά τραγουδάκια τῶν διαφημίσεων τῆς νιότης μου:

You’ll wonder where the yellow went / When you brush your teeth with Pepsodent!
You’ll look a little lovelier each day / With fabulous Pink Camay!

Δέν κατέβαλα ποτέ προσπάθεια νά τά ἀπομνημονεύσω, κι ὅμως νά τα: ἀπολύτως ἀποτελεσματικές μηχανοῦλες πού γαντζώνονται στή μνήμη μας.
Τά θυμόμαστε ὅπως θυμόμαστε γνωστά τραγούδια ἤ παιδικά τραγουδάκια, ἐξαιτίας τῶν συνειρμῶν καί τῶν ἠχητικῶν μοτίβων τους. Ἀρνάκι ἄσπρο καί παχύ. Ἀ-μπέμπα-μπλόμ. Πάει πάει τό μυρμηγκάκι / γιά ψωμί καί γιά τυράκι / στοῦ μωροῦ τό λαιμουδάκι.
Μιά ὡραία μικρή ἀνθολογία-σούπα γιά ὅλα τά γοῦστα πού ἀγαπῶ ἀπό παλιά εἶναι τό Texts and Pretexts τοῦ 1932, τοῦ Ἄλντους Χάξλεϋ, πού περιλαμβάνει χρήσιμες σημειώσεις καί ὑποκατηγορίες ποιημάτων ὅπως «Ἄμπρα κατάμπρα», «Ἀνοησίες», «Ἀφάνεια στήν ποίηση» καί «Μαγεία». Στήν κατηγορία τῆς «Μαγείας», ὁ Χάξλεϋ περιλαμβάνει ἕνα ξόρκι τοῦ 12ου αἰώνα:

Amara tanta tyri pastos sycalos sycalire
Cellivoli scarras polili psylique lyvarras.

Καί ἕνα ἄλλο ξόρκι πού ἀναφέρει ὅτι τό ἔλεγαν οἱ μάγισσες ὅταν καβάλαγαν τό σκουπόξυλό τους:

Horse and hattock,
Horse and go,
Horse and pelatis, Ho ho!

Τό ἠχητικό μοτίβο ὑποβοηθάει πράγματι τήν ἀπομνημόνευση, ὅμως πρόκειται ταυτόχρονα γιά ἕνα μυστηριῶδες καί δυνητικά δραστικό ξόρκι πού μποροῦμε νά ὑποθέσουμε ὅτι ἀγγίζει τούς μυστικούς μοχλούς τοῦ σύμπαντος. Ἐάν πότε πότε ὑποθέτουμε ὅτι ἴσως ἔχει τή δυνατότητα νά προκαλέσει ἀλλαγές στόν φυσικό κόσμο, αὐτό συμβαίνει γιατί μᾶς θυμίζει ὅτι ἡ γλώσσα μπορεῖ νά εἶναι ἕνα σύνολο γελοίων αὐθαίρετων ἤχων, ἀλλά χρησιμοποιώντας τους γιά νά κατονομάσουμε κάνουμε τόν κόσμο κατανοητό καί ὡς ἐκ τούτου, ἐλεγχόμενο. Ἀναζητᾶμε ἔμμονους ρυθμούς, ἐπιβλητικούς ἤχους καί μιμητικούς ἐξορκιστικούς θορύβους πού οἱ μυστηριώδεις δυνάμεις τους ἰσορροποῦν στήν κόψη τοῦ ξυραφιοῦ μεταξύ πίστης καί σκεπτικισμοῦ, νοήματος καί μή νοήματος, ἱλαρότητας καί μελαγχολίας.
Στή Δωδέκατη νύχτα ὁ γελωτοποιός Φέστι λέει στή Βιόλα ὅτι:

Ἡ λαίδη Ὀλίβια δέν ἔχει τήν τρέλα νά ‘χει τρελό. Θά τήν ἀποχτήσει ὅμως ὅταν παντρευτεῖ. Γιατί οἱ τρελοί καί οἱ σύζυγοι μοιάζουν ὅπως οἱ ρέγγες μέ τά σκουμπριά – οἱ μεγαλύτεροι εἶναι οἱ σύζυγοι. Στ’ ἀλήθεια, δέν εἶμαι ἡ τρέλα της, παρά ὁ λογοχαλαστής της. (μτφρ. Βασίλης Ρώτας)

Ὁ Τρελός τοῦ Σαίξπηρ εἶναι ὁ μεγαλύτερος λογοχαλαστής. Ὁ Τρελός μωρολογεῖ καί μπορεῖ νά εἶναι βαρετός ἤ πνευματώδης, ἤ μάλιστα καί τά δυό ταυτόχρονα, ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητος γιά νά ὑπενθυμίζει στούς κεντρικούς χαρακτῆρες τήν ἀνοησία πού κατατρέχει τούς πιό σοβαρούς καί ἔντονους σκοπούς τους. Ὁ Τρελός μᾶς θυμίζει ὅτι ἡ γλώσσα εἶναι διαστρεβλωμένη, ὅτι ὁ πάγος εἶναι λεπτός, κι ὅτι τό νά διασκεδάζουμε πάνω στόν πάγο κάνοντας θορύβους πού μιμοῦνται τό σκοτεινό νερό ἀπό κάτω μας, βγάζοντας κραυγές πρός τά μακρινά ἀστέρια στόν σκοτεινό οὐρανό εἶναι ἀπαραίτητο γιά τήν ὑγεία μας. Ἡ ποίηση χωρίς τόν Τρελό δέν εἶναι ποίηση, παρά μιά ἀπεγνωσμένη προσποίηση. Μόλις ὁ Λήρ βυθίζεται ἀπόλυτα στήν τρέλα, ὁ Τρελός ἐξαφανίζεται ἀπό τό ἔργο καί δέν ξανακούγεται ποτέ.
Ἡ γλώσσα, λέει ὁ γελωτοποιός, εἶναι κάτι πού μποροῦμε νά ἀποδείξουμε μόνο κοροϊδεύοντάς το.

Ἐμπρός, φωνάζει τό αἷμα, ἐμπρός, ἐμπρός,
στροβιλιστεῖτε, στριφογυρίστε καί τρέξτε ἀπό πάνω του…

ἀντηχοῦν οἱ «Πατινέρ τοῦ μεσονυκτίου». Μέ τήν πρώτη ματιά, τά στροβιλίσματα, οἱ περιστροφές καί τά τρεχαλητά εἶναι χειρονομίες ὑπερβολῆς. Ὁ πατινέρ δοκιμάζει καί ἀποδεικνύει τόν πάγο χορεύοντας πάνω του. Κατά τόν ἴδιο τρόπο, ἡ ποίηση προσεγγίζει τό φαινομενικά ὑπερβολικό γιά νά δοκιμάσει καί νά ἀποδείξει τή δύναμη πού ἔχει ἡ γλώσσα νά φέρει φορτίο. Στούς περισσότερους ποιητές ἀρέσει ἀκόμα νά σκέφτονται τήν ποιητική γλώσσα ὅπως ὁ Γουόρντσγουορθ στόν Πρόλογο στίς Λυρικές μπαλάντες, ὡς κάτι πού πλησιάζει τή «γλώσσα πού πραγματικά μιλοῦν οἱ ἄνθρωποι» καί φροντίζουν νά ἀποφεύγουν τίς τετριμμένες συμβάσεις τῶν ποιητικῶν ἐκφράσεων, τούς ἀρχαϊσμούς καί τά ρομαντικά κλισέ: οἱ ἰδιωματικές ἀλήθειες ὑποστηριζόμενες ἀπό τόν πανέμορφο θόρυβο τῆς καθημερινῆς γλώσσας ἔχουν μιά φρεσκάδα. Ταυτόχρονα γνωρίζουμε ὅτι αὐτή ἡ ὁμιλία δέν εἶναι ποίηση• ὅτι ἡ ποίηση δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἰδιωτική γλώσσα, ὅτι διαρκῶς προσελκύει τήν προσοχή στή διαφορετικότητά της. Εἶναι φανερό ὅτι διαφέρει μέ τό χωρισμό της σέ στίχους, μέ τούς ἐπώνυμους ρυθμούς της, μέ τή διάταξή της σέ στροφές• βλέπουμε ὅτι διαφέρει μέ ὅλα ἐκεῖνα τά σχήματα πού στροβιλίζονται καί στιφογυρίζουν καί τρέχουν• πού μᾶς θυμίζουν ὅτι χορεύουμε, δέν βαδίζουμε ἁπλῶς.
Οἱ προφανεῖς ὑπερβολές καί τά σχέδια ἀποτελοῦν τήν καρδιά τοῦ χοροῦ, τήν τέχνη αὐτοῦ πού μᾶς φέρνει, ὅσο τίποτε ἄλλο, τήν παρουσία τῆς «λεπτῆς κι ἀδύνατης πίστας» τοῦ Μπλάντεν. Ἡ ποίηση εἶναι ἕνας χορός στήν πίστα τῆς γλώσσας. Τά συμπεράσματά του δέν εἶναι τόσο εὔκολα ὅσο νομίζει ὁ κόσμος• δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνας ὡραῖος τρόπος νά πεῖς κάτι πού θά μποροῦσες νά πεῖς πεζά• τά μοτίβα του δέν περιορίζουν ἀλλά ἀπελευθερώνουν.
Ἡ ὁμοιοκαταληξία ἀνήκει στά μορφικά σχήματα πού ἀπελευθερώνουν ἀπομακρύνοντάς μας ἀπό τούς ὅρους πού ὑπαγορεύει ἡ ὑπερφίαλη σκοπιμότητα. Ὁ πρῶτος δημοσιευμένος ποιητής πού γνώρισα ἦταν ὁ Μάρτιν Μπέλ, πού πέθανε τό 1978. Μία φορά τήν ἑβδομάδα ἐργαζόταν ὡς δάσκαλος ποίησης στό κολέγιο ὅπου σπούδαζα καλές τέχνες. Ὁ Μπέλ εἶχε πολεμήσει στό ἰταλικό μέτωπο στόν πόλεμο καί γιά πολλά χρόνια μετά ἐργαζόταν ὡς δάσκαλος ἀγγλικῶν. Ἐπίσης ἦταν ἡγετικό μέλος μιᾶς ὁμάδας συγγραφέων πού ἔγιναν γνωστοί ὡς Ἡ Ὁμάδα. Ἐπειδή δέν εἶχα σπουδάσει ἀγγλικά πέρα ἀπό τό βασικό ἐπίπεδο, ἔνιωθα ὅτι ἤμουν ἀδαής μέ ἐλλιπή μόρφωση καί γι’ αὐτό πάσχιζα νά ἀναπληρώσω διάφορες ἐλλείψεις. Μιά μέρα ρώτησα τόν Μπέλ πῶς ἦταν νά διδάσκει ποίηση στή σχολή. Ἡ ἀπάντηση πού μοῦ ἔδωσε βρίσκεται φυλαγμένη στήν καρδιά μου. Μοῦ εἶπε: «Ἡ ποίηση δέν θά ἔπρεπε νά διδάσκεται σέ σχολές. Θά ἔπρεπε νά εἶναι μιά μυστική καί ἀνατρεπτική εὐχαρίστηση».
Αὐτό ἄγγιξε μιά χορδή μέσα μου, γιατί ὡς μυστική καί ἀνατρεπτική εὐχαρίστηση πρωτοαγάπησα τήν ποίηση, διαβάζοντας ποιήματα τήν ὥρα πού θά ἔπρεπε νά λύνω ἀσκήσεις φυσικῆς. Ἔνιωθα τή δύναμη τῆς ἀρχῆς τῆς εὐχαρίστησης, τή μυστικότητα καί τήν ἀνατρεπτικότητά της, τό πῶς λειτουργοῦσε, ὅπως ὁ Τρελός, σάν διαστρεβλωτής καί ἐπικυρωτής τοῦ νοήματος.
Δέν προσφέρω παραμυθία στούς δασκάλους: πρόκειται γιά κριτική γιά τόν τρόπο πού συχνά ἐξετάζεται καί παρουσιάζεται ἡ ποίηση. Ἐκτός ἀπό ἐρωτήσεις ὅπως: «Βρεῖτε πέντε παραδείγματα παρομοίωσης στό ἀπόσπασμα πού ἀκολουθεῖ καί σχολιάστε τήν καταλληλότητά τους» καί ἄλλα τέτοια μπακαλίστικα ζητήματα, τό ἐρώτημα στήν καρδιά τῶν πλέον ἐκπαιδευτικῶν προσεγγίσεων στήν ποίηση συνοψίζεται ὡς ἑξῆς:
Τί ἤθελε νά πεῖ ὁ ποιητής ἐκεῖ πού γράφει ὅτι ὁ Ἀπρίλης «εἶναι ὁ μήνας ὁ σκληρός»;
Ἕνας σχετικά ἔξυπνος μαθητής ἴσως σκεφτεῖ νά ρωτήσει γιατί ὁ ποιητής –ὁ Ἔλιοτ στήν προκειμένη περίπτωση–, ἐάν ἤθελε πραγματικά νά πεῖ κάτι διαφορετικό μέ αὐτή τή φράση, δέν τό εἶπε. Γιατί ὁ ποιητής πλατειάζει μέ αὐτό τόν ὑποτιθέμενα ἐντυπωσιακό τρόπο; Ἡ ἐρώτηση ὑποθέτει ὅτι ἡ πρόθεση τοῦ ποιητῆ εἶναι νά ἐκφράσει ἕνα προϋπάρχον νόημα πού ὁ ἴδιος ἤδη γνωρίζει, καί νά τό μεταμφιέσει χρησιμοποιώντας μεταφορές, παρομοιώσεις καί ἄλλα τινά.
Σφάλμα. Μέγα θανάσιμο σφάλμα.
Ἡ πρόθεση τοῦ ποιητῆ εἶναι νά γράψει τό καλύτερο δυνατό ποίημα ξεκινώντας μέ μιά μέχρι στιγμῆς ἀσυνάρτητη ἀντίληψη πού σχετίζεται μέ μιά ἐμπειρία ἤ ἕνα σύνολο ἐμπειριῶν. Ὁ ποιητής εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ γλώσσα δέν εἶναι ἐργαλεῖο, ἀλλά μέσο: καί ἐπιπλέον ὑποθέτει –εἶναι ἀναγκασμένος νά ὑποθέσει– ὅτι ὁ ἐνστικτώδης ἀναγνώστης τό γνωρίζει αὐτό ἐξίσου καλά μέ τόν ἴδιο. Τό ποίημα ἐξερευνᾶ τό μέσο χορεύοντας μέσα του. Βγαίνει στόν πάγο καί ἀρχίζει νά χαράζει πάνω του μικρά μοτίβα, ἀκολουθώντας ἕνα ἐκπαιδεύσιμο ἔνστικτο περί κατεύθυνσης καί τρόπου κίνησης, ἐνῶ ἡ ἔννοια τοῦ νοήματος ἀναδύεται ἀπό τήν κίνηση τοῦ χοροῦ σάν σειρά αὐτοσχεδιασμῶν πάνω στό μοτίβο. Αὐτά τά μοτίβα προσφέρουν στόν ποιητή διάφορες φαινομενικά αὐθαίρετες δυνατότητες κάθε δεδομένη στιγμή. Ὅμως αὐτή εἶναι ἡ φύση τῆς γλώσσας: αὐτό κάνει διαρκῶς. Τά μοτίβα τοῦ ποιητῆ, τά στροβιλίσματα, οἱ περιστροφές καί οἱ στροφές τοῦ χοροῦ προσελκύουν τυχαῖες παρεμβάσεις τῆς γλώσσας: τελειώνεις ἕνα στίχο μέ τή λέξη «σεντόνι», ἄς ποῦμε, καί σύντομα ἀρχίζεις νά σκέφτεσαι τί πιθανότητες ἔχει τό «ἀηδόνι» ἤ τό «χελιδόνι» ἤ ὁτιδήποτε «ξεφαντώνει».

«Ὤ, μή συζητᾶς τό ἄν χρειάζεται», λέει ὁ Λήρ στή Ρεγάνη, «Στούς πιό χαμένους ζητιάνους μας, ἀκόμα καί τό πιό φτωχό παλιόπραμα, τούς εἶναι πλοῦτος περιττός. Ἄν εἶχε ἡ φύση μόνον ὅ,τι ἡ φύση χρειάζεται, θά ξέπεφτε ὡς τό χτῆνος ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Ἐσύ ‘σαι ἀρχόντισσα• μόνο γιά νά μήν κρυώνεις εἶσ’ ἔτσι παραγεμισμένη; Ἀμ’ ὄχι, ἡ φύση δέ χρειάζεται τά ὅσα φορεῖς παραγεμίσματα, πού οὔτε καθόλου σέ ζεσταίνουν».
(μτφρ. Βασίλης Ρώτας)

Τό «Μόνο γιά νά μήν κρυώνεις εἶσ’ ἔτσι παραγεμισμένη» μᾶς ὑπενθυμίζει τή γύμνια μας. Οἱ ὁμοιοκαταληξίες, οἱ στροφές, τά μέτρα καί διάφορες ἄλλες παρόμοιες περίσσειες δέν εἶναι ἁπλῶς μνημονικά τεχνάσματα ἤ μορφές ἐπίδειξης καί ἐντυπωσιασμοῦ: μᾶς θυμίζουν ὅτι ἀπό τό τυχαῖο πηγάζουν νέα μοτίβα καί ὅτι τό τυχαῖο, ὅπως ἡ γύμνια, εἶναι μέρος τῆς θέσης μας. Ἀπό τύχη τό «article» (ἀντικείμενο) ὁμοιοκαταληκτεῖ μέ τό «particle» (μόριο) καί τό «intellectual» (νοήμων) μέ τό «hen-pecked you all» (σᾶς σέρνουν ἀπό τή μύτη), καί ὁ Μπάυρον χρησιμοποιεῖ καί τίς δύο ὁμοιοκαταληξίες στό κωμικό ποίημα «Ντόν Ζουάν». Ὅσο πιό φανταχτερή ἡ ὁμοιοκαταληξία, τόσο πιό ἀστεία καί θαυμαστή εἶναι, ἀλλά ὅλες οἱ ὁμοιοκαταληξίες εἶναι δυνάμει ἀτυχήματα• ὅλες οἱ ὁμοιοκαταληξίες εἶναι παιχνιδίσματα τοῦ φωτός στόν πάγο πού τραβοῦν πάνω του στήν προσοχή μας. Οἱ ὁμοιοκαταληξίες εἶναι ἱκανοποιητικές ἀλλά ἐπικίνδυνες: μᾶς φέρνουν στήν ἄκρη τῆς ἀνοησίας, στό λεπτότερο σημεῖο τοῦ λεπτοῦ πάγου ὅπου ἡ σκοπιμότητα πρέπει νά προσαρμοστεῖ στόν κόσμο ὅπως εἶναι, ὅπου γιά νά μήν πέσεις μέσα πρέπει νά συνεχίσεις νά κινεῖσαι.
Κανένας εἰδικός δέν ἔχει τό δικαίωμα νά ἐπιτάξει τόν πάγο γιά προσωπική του χρήση. Εἶναι μεγάλος καί δέν ὑπάρχουν πινακίδες πού νά γράφουν «Μακριά». Ἡ λεπτότητα εἶναι μέρος τοῦ ἐνθουσιασμοῦ καί ὁποιοσδήποτε λεγόμενος ἐρασιτέχνης μπορεῖ νά βρεθεῖ πάνω του ἐνῶ ἐκτελεῖ μιά ἐνστικτώδη κίνηση γεμάτη χάρη. Στριφογυρίζεις καί στροβιλίζεσαι πάνω ἀπό τό σκοτεινό νερό. Δέν χρησιμοποιεῖς τή γλώσσα: τή βιώνεις, ἐνῶ γνωρίζεις ὅτι τό ἀρχικό βίωμα ἤ ἡ ἀρχική ἀντίληψη περιμένει νά ἀναδυθεῖ ἀπό αὐτό τόν ἰδιόμορφο χορό, ὅτι ἡ ἀλήθεια του ἐκφράζεται σάν χορός καί ὄχι σάν δήλωση. Ὅτι οὐσιαστικά πρόκειται γιά τό πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσύ τήν ἀλήθεια.

Ὁ Τ.Σ. Ἔλιοτ, στό ὄνομα τοῦ ὁποίου δίνεται αὐτή ἡ διάλεξη, εἶπε κάποτε ὅτι ἡ ποίηση στήν ἐποχή του ἔπρεπε νά εἶναι δύσκολη. Δέν νομίζω ὅτι ἐννοοῦσε πώς ἔπρεπε νά εἶναι σκόπιμα σκοτεινή ἤ νά ἐπιλύεται μονάχα μέ δυσκολία, σάν σταυρόλεξο. Νομίζω ὅτι ἐννοοῦσε πώς ἡ ζωή ἦταν δύσκολη καί περίπλοκη, καί ὅτι καθώς οἱ ποιητές γνώριζαν ὅλο καί περισσότερα γι’ αὐτήν ὄντας ὑποχρεωμένοι νά παρατηροῦν καί νά κατανοοῦν γεγονότα μεγάλης κλίμακας καί περιπλοκότητας, θά αἰσθάνονταν τήν ἀνάγκη νά δημιουργήσουν ἕνα σύνολο ἀπό κομμάτια καί θραύσματα. Ἡ δυσκολία δέν ἦταν στόχος: ἦταν κατάσταση.
Ἐνῶ ἤμουν ἀπαίδευτος καί λιγοδιαβασμένος, διάβασα τήν Ἔρημη χώρα πού μέ μάγεψε καί μέ ἔπεισε. Δέν ἤξερα γιατί ἀκριβῶς ὁ Ἀπρίλης ἦταν ὁ μήνας ὁ σκληρός, παρότι ὑπῆρχαν λόγοι γιά νά ἰσχύει ἴσως αὐτό, οὔτε μποροῦσα νά περιγράψω τόν ἀκριβή τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἡ θύμηση καί ἡ ἐπιθυμία ἔσμιγαν μέσα του. Ἡ Ἔρημη χώρα ἦταν μιά ἀλληλουχία ἐμπειριῶν στίς ὁποῖες κομμάτια καί θραύσματα σφυρηλατοῦνταν σέ χορό. Σίγουρα ἐμπεριεῖχε σέξ, καί ἀνασφάλεια, καί τόν πόλεμο, καί δυστυχία, καί τραύματα, καί νυχτερίδες μέ πρόσωπα μωρῶν μέσα στό φῶς τό μενεξεδένιο, καί πόλεις πού πέφτουν καί φωνές πού ἀκούγονται μέσα ἀπό στέρνες καί ξεροπήγαδα νά μιλᾶνε γαλλικά, γερμανικά, ἰταλικά καί σανσκριτικά. Ἐνστικτωδῶς καταλάβαινα τό ποίημα μέ τόν ἴδιο τρόπο πού καταλάβαινα τό ἀνώνυμο, ἁπλούστερο καί βραχύτερο:

Ἄνεμε δυτικέ, πότε θά φυσήξεις
γιά νά πέσει ἡ βροχούλα;
Χριστέ μου, νά ‘χα ἀγκαλιά τήν ἀγάπη μου
καί νά ‘μουν πάλι στό κρεβάτι μου!

Ἀπό κάποιες ἀπόψεις, ἡ ζωή εἶναι ἁπλή σάν τή ζωή καί τήν ἐπιθυμία: μερικές φορές ἡ ὁμίχλη καθαρίζει καί ὑπάρχουν στιγμές πού βλέπεις ὀδυνηρά καθαρά. Διαυγής πάγος. Ὁ «Δυτικός ἄνεμος» μιλάει γιά τήν ἀνθρώπινη ἐμπειρία: μέσα του ἀκούει κανείς τίς φωνές τῆς ἐπιθυμίας καί τῆς ἀπώλειας πού συναντᾶνε τόν κόσμο στή γλώσσα. Τό ποίημα εἶναι μιά ἀλήθεια γιά τή γλώσσα καί τόν ἀτίθασο κόσμο. Ἡ σκοπιμότητα θέλει νά συμπεριφέρεται ὁ κόσμος ὅπως θέλουμε ἐμεῖς, ἀλλά ἡ πρόθεση ἔχει λιγότερη σχέση μέ τή φύση τοῦ κόσμου καί τίς δικές μας φύσεις ἀπ’ ὅσο θεωρεῖται γενικά.

Ἔχω μιλήσει γιά τή φόρμα ὡς χάρη, μνημονική τεχνική, δύναμη, περίσσεια καί, πάνω ἀπ’ ὅλα, ἀλήθεια. Ἔχω ἐπίσης ἀναφερθεῖ σέ αὐτήν ὡς ἀπελευθέρωση ἀπό τή σκοπιμότητα. Ἡ φόρμα μπορεῖ νά εἶναι καί ἕνα εἶδος ἁβροφροσύνης: εἶναι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο κινούμαστε πρός τούς ἄλλους, ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο συστηνόμαστε καί ἀπευθυνόμαστε στούς ἀναγνῶστες μας. Ἡ γενιά μας δέν γοητεύεται πολύ ἀπό ἁβρότητες. Ὑποπτευόμαστε ὅτι εἶναι ψεύτικες, σάν τόν καλό ἄνθρωπο, στοργικό πατέρα, φίλο ἐπιστήθιο τοῦ Μπέντοουζ. Δέν ἐμπιστευόμαστε τίς φόρμουλες καί τίς στερεότυπες ἐκφράσεις. Κι ὅμως, παραδόξως, στούς ὅρους εἴμαστε ψεῖρες: μᾶς ἀπασχολεῖ βαθύτατα πῶς πρέπει νά ἀπευθυνόμαστε σέ μειονοτικές ὁμάδες, πῶς ἀπευθύνονται οἱ ἄλλοι σ’ ἐμᾶς. Ὑποψιάζομαι ὅτι συχνά εἴμαστε ὑποκριτές ὅσον ἀφορᾶ τή φόρμα. Φορᾶμε ἐπιδεικτικά τίς ἐπιφυλακτικά εἰρωνικές ἁβρότητές μας καρφιτσωμένες στίς μπλοῦζες μας: οἱ τρόποι μας εἶναι σλόγκαν, λογότυπα καί χειρονομίες.
Προσωπικά μοῦ ἀρέσουν τά ποιητικά τεχνάσματα ὅπως ἡ ὁμοιοκαταληξία, ἡ στροφή καί τό μέτρο. Ἀπολαμβάνω τίς ἀπροκάλυπτες ἁβρότητές τους, τίς βρίσκω παραγωγικές καί δέν μέ ἀπωθεῖ ἡ περιστασιακή τάση τους γιά ἐπίδειξη, σκεπτόμενος ὅτι αὐτό πού μετράει δέν εἶναι ὁ λεονταρισμός ἀλλά ἡ τοποθεσία: τό ὕψος τοῦ τεντωμένου σκοινιοῦ, ἡ ὕπαρξη ἤ ὄχι διχτυοῦ ἀσφαλείας, ἡ λεπτότητα τοῦ πάγου καί τό βάθος τοῦ νεροῦ. Ἡ ποίηση, ὅπως εἶπε ὁ Φρόστ, ξεκινᾶ ἀπό τήν ἀπόλαυση καί καταλήγει στή σοφία. Τά παιχνίδια, ὁ χορός, ἡ ἐπίδειξη καί ἡ περίσσεια εἶναι ἀπολαύσεις. Ἡ σοφία εἶναι ἡ κατανόηση τοῦ λεπτοῦ πάγου.
Μοῦ ἀρέσουν τά ποιητικά σχήματα, ἀλλά δέν θέλω νά τά κάνω φετίχ. Δέν ἔχω πρόβλημα μέ τόν πειραματισμό. Μάλιστα πιστεύω ὅτι ὅλη ἡ ποίηση εἶναι πειραματική, ἀλλιῶς δέν εἶναι ποίηση. Αὐτό πού ὁ Ντόν Πάτερσον ὀνομάζει μεταμοντερνισμό, ἤ αὐτό πού συχνά θεωρῶ προέκταση τοῦ μοντερνισμοῦ, μπορεῖ νά εἶναι συναρπαστικό, ἀπολαυστικό καί ἀληθινό. Συχνά μοῦ ἀρέσει τό προϊόν: αὐτό πού βρίσκω ἀνυπόφορο εἶναι ἡ συνοφρυωμένη, μεσσιανική, πληγωμένη καί ἐκβιαστική σοβαρότητα μερικῶν μανιφέστων του. Ποιητές ὅπως ὁ Ἔντουιν Μόργκαν, ὁ μακαρίτης ἀγγελικός Γκέηλ Τέρνμπουλ, ὁ σεμνός καί αὐτοανακηρυγμένος μοντερνιστής τοῦ 1905 Ρόυ Φίσερ, εἶναι εὐλογία καί παρηγοριά.
Συζητοῦσα τό θέμα τῆς εὐλογίας καί τῆς παρηγοριᾶς μέ τήν Αὐστραλή ποιήτρια Ἄλισον Κρόγκον. Νά τί μοῦ εἶπε γιά τό ἄν ἡ ποίηση προσφέρει παρηγοριά:

Δέν νομίζω ὅτι τό κάνει. Ἴσως ἐπειδή οὐσιαστικά δέν τήν προσφέρει, ἀλλά προσφέρει κάτι ἄλλο: μιά ἀλήθεια γιά τίς ἀφόρητες, ἀβάσταχτες ἀντιφάσεις πού εἶναι συνυφασμένες μέ τή ζωή… κάτι ἀπό τήν ἐλαφρότητα πού ἴσως προσφέρει ὁ Μπέκετ. Θυμᾶμαι ὅτι ἔβλεπα μιά παραγωγή τοῦ Τέλους τοῦ παιχνιδιοῦ καί ἀναρωτιόμουν τί εἶναι; Εἶναι ζοφερότατο, καί παρ’ ὅλα αὐτά βγαίνεις μέ μιά ἐλαφράδα, μιά ἀνεξήγητη χαρά – καί σκέφτηκα, ἴσως αὐτό συμβαίνει ἐπειδή αἰσθάνεσαι ὅτι ὁ Μπέκετ δέν σοῦ λέει ψέματα.

Αὐτή ἡ ζοφερή ἀνεξήγητη χαρά, ἡ ἐλαφράδα, αὐτές οἱ ἀβάσταχτες ἀντιφάσεις γιά τίς ὁποῖες μιλάει ἡ Κρόγκον, πού ὅλες μαζί ἀποτελοῦν τήν ἀλήθεια, βρίσκονται στήν καρδιά τοῦ ἐγχειρήματος.

Στό Θάνατο τῆς τραγωδίας, πού πρωτοεκδόθηκε τό 1961, ὁ Τζόρτζ Στάινερ παρέθεσε Μάρξ, μόνο καί μόνο γιά νά τόν ἀντικρούσει.
«Ἡ ἀναγκαιότητα», δήλωσε [ὁ Μάρξ], «εἶναι τυφλή μόνο στό βαθμό πού δέν γίνεται κατανοητή».
Ἡ τραγωδία, πίστευε ὁ Στάινερ, γεννήθηκε ἀπό τόν ἀκριβῶς ἀντίθετο ἰσχυρισμό: Ἡ ἀναγκαιότητα εἶναι τυφλή καί ἡ συνάντησή της μέ τόν ἄνθρωπο τοῦ στεροῦσε τά μάτια του. Στή συνέχεια ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ τραγωδία ἔχει πεθάνει γιατί στήν τραγωδία «Ὁ ἄνθρωπος ἐξευγενίζεται ἀπό τόν μνησίκακο φθόνο ἤ τήν ἀδικία τῶν θεῶν» καί ἐμεῖς πιά δέν ἔχουμε τέτοιους θεούς. Ἀλήθεια εἶναι: δέν ἔχουμε, ἀλλά ὁ Στάινερ δέν ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ ἐμπειρίες μας δέν μποροῦν νά χαρακτηριστοῦν τραγικές, οὔτε ὅτι δέν μποροῦμε νά φανταστοῦμε τόν ἑαυτό μας στόν πυρήνα μιᾶς κατάστασης πού προσεγγίζει τήν τραγική φόρμα. Γιατί, ἀτομικά, φανταζόμαστε τούς θεούς καί τούς φανταζόμαστε διαρκῶς. Ἁπλῶς γνωρίζουμε ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς, τόν περισσότερο καιρό, περιμένουμε νά εἴμαστε μόνοι μας μέ τίς ἀτομικές μας φαντασίες.
Ἡ Κρόγκον μιλάει γιά ἐλαφράδα καί ἀφόρητες ἀντιφάσεις. Οἱ ἀφόρητες ἀντιφάσεις τῆς ζωῆς μας εἶναι προφανεῖς σέ κάθε γωνία. Σκοτεινός οὐρανός ἀπό πάνω, σκοτεινό νερό ἀπό κάτω. Θέλουμε νά ζήσουμε γιά πάντα καί ὅμως θέλουμε νά τελειώνουν τά πράγματα. Ποθοῦμε τήν εὐτυχία, ἀλλά δέν μποροῦμε νά τή φανταστοῦμε στό διηνεκές. Εἴμαστε ἀεικίνητοι κι ὅμως ἐπιθυμοῦμε τήν ἀνάπαυση. Ὅταν δηλαδή δέν ἀναπαυόμαστε, γιατί τότε ἡ ἀνάπαυση εἶναι τό τελευταῖο πράγμα πού θέλουμε. Θέλουμε ἡ ζωή νά εἶναι ὑποφερτή, ἀλλά βαριόμαστε τό ὑποφερτό. Ἐπιθυμοῦμε καί φοβόμαστε. Ἀπό αὐτή τήν ἄποψη, δέν ἔχουν ἀλλάξει πολλά.
Τά ποιήματα πού ἐμφανίστηκαν μετά τό θάνατο τῆς πριγκίπισσας Νταϊάνας γεννήθηκαν ἀπό τήν ἐνστικτώδη ἀντίληψη ὅτι ἡ ποίηση ἦταν ὁ καταλληλότερος τρόπος ἀντίδρασης σέ αὐτό τό γεγονός. Γιατί ὅμως; Ποιός εἶπε σέ αὐτούς τούς ἀνθρώπους ὅτι αὐτό ἔπρεπε νά κάνουν; Θά μποροῦσε κανείς νά θεωρήσει αὐτά τά ποιήματα ἀναθήματα: εὐλαβικές προσφορές μέ στοιχειῶδες ἐπίπεδο δεξιοτεχνίας γιά νά δείξουν ὅτι αὐτό πού ταιριάζει εἶναι ἡ δεξιοτεχνία, αὐτό πού ταιριάζει εἶναι τό σχῆμα. Ἐκεῖνοι πού τά πρόσφεραν μᾶλλον θά ἔκαναν τό ἴδιο γιά ὅποιον ζοῦσε στή φαντασία τους καί γιά ὅσους γνώριζαν προσωπικά. Δέν συνθέτουν μουσική οὔτε ζωγραφίζουν. Ἴσως δέν μποροῦν νά τραγουδήσουν ἤ νά ζωγραφίσουν, ἀλλά ξέρουν νά μιλᾶνε. Ξέρουν νά στήνουν προτάσεις. Ξέρουν νά ἐκφράζουν φόβους καί ἐπιθυμίες. Γράφουν ποιήματα γιατί ἔχουν τίς λέξεις πρόχειρες καί γιατί διαθέτουν μιά κάποια αὐτοπεποίθηση στό χειρισμό τους. Ζητᾶνε ἕνα τέλος καί ἡ ποίηση τούς τό προσφέρει. Δέν θεωροῦν τόν ἑαυτό τους ἐρασιτέχνη, ἐπαγγελματία ἤ μαθητευόμενο. Νά μερικές κοινές φράσεις πού μᾶς ἔχουν ἐξυπηρετήσει καλά, λένε: ἄς δοκιμάσουμε νά τίς ταιριάξουμε μέ τρόπο πού ἴσως συνοψίσει κάτι, πού ἴσως διαρκέσει ὅπως διαρκοῦν οἱ στίχοι πού χαράζουν ὅσοι οἰκοδομοῦν μνημεῖα. Ἀφοῦ δέν μποροῦμε νά ἔχουμε ἀθάνατο τραγούδι, ἄς ἔχουμε τουλάχιστον τό καραόκε τοῦ πένθους. Τουλάχιστον ξέρουμε τί σκοπό ἔχει τό τραγούδι.
Ἡ ποίηση δέν παρηγορεῖ μέσα ἀπό αὐτά πού λέει: ἄν παρηγορεῖ, τό κάνει δημιουργώντας ἀξιοθαύμαστες, γεμάτες ἐλπίδα καί ταυτόχρονα ἀπελπισμένες λεκτικές δομές. Δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτε γιά τό θάνατο, τήν ἀρρώστια, τήν ἀπώλεια καί τόν πόνο, ἀλλά νά: μποροῦμε νά κάνουμε αὐτό! Μποροῦμε νά φτιάξουμε ἕνα σχῆμα πού μᾶς ἀπορροφᾶ, πού μέσα του μποροῦμε νά βυθίσουμε τήν ἐνέργεια τῆς ἀπώλειάς μας. Μποροῦμε νά ὑπερβοῦμε τήν προσωπική θλίψη μας δημιουργώντας στέρεα ἀπρόσωπα γεγονότα μέσα στή γλώσσα, γεγονότα πού ἀρχίζουν νά μοιάζουν μέ ἔργα τῆς φύσης. Ὁ Σέλλεϋ μπορεῖ νά κραυγάζει ὅτι πέφτει πάνω στά ἀγκάθια τῆς ζωῆς καί ματώνει, ἀλλά αὐτός πού πέφτει καί ματώνει γιά μᾶς δέν εἶναι ἡ συγκεκριμένη ἱστορική μορφή τοῦ Σέλλεϋ: εἶναι ἡ ἀνθρώπινη δυνατότητα νά πέφτουμε καί νά ματώνουμε καί μέσα ἀπό αὐτό νά διαμορφώνουμε κάτι πού ἐμφανίζεται σάν μορφή μέσα στή γλώσσα: ἡ φιγούρα πού κάνει τό ποίημα, εἶπε ὁ Φρόστ. Ἡ φιγούρα πού κάνει ὁ πατινέρ πάνω στόν πάγο.
Τό πατινάζ εἶναι ἡ ἀφόρητη ἀντίφαση τῆς ἐλαφρότητας καί τοῦ σωματικοῦ βάρους. Οἱ ἀναφορές στή σκοτεινή τέχνη τῆς ποίησης, ἔχω τήν ἐντύπωση, εἶναι ἀνώφελα θολές. Ἡ συγγραφή ποιημάτων περικλείει τόσο μυστήριο ὅσο καί ὁ αὐτοσχεδιασμός: οὔτε περισσότερο οὔτε λιγότερο. Πεῖτε στόν κόσμο ὅτι εἶστε μυσταγωγοί μιᾶς ὑψηλῆς θρησκείας ἤ φύλακες ἑνός σκοτεινοῦ τελετουργικοῦ μυστικοῦ καί θά ἀνασηκώσει τούς ὤμους, θά σᾶς ἀποκαλέσει στομφώδεις τρελούς καί θά συνεχίσει τή ζωή του. Τρελοί μπορεῖτε νά εἶστε, γιατί ὅλοι τρελοί εἶναι, ἀλλά δέν γίνεται νά εἶστε στομφώδεις.
Δέν εἶμαι ὑπέρ τοῦ Λαϊκισμοῦ ἄν αὐτό σημαίνει ὅτι πουλᾶμε κουρκούτι στόν κόσμο. Δέν πετυχαίνουμε κάτι διαχρονικῆς ἀξίας μετρώντας πισινούς σέ καθίσματα. Κάποιος εἶπε κάποτε ὅτι ὁ περισσότερος κόσμος δέν νοιάζεται γιά τήν περισσότερη ποίηση, ἐπειδή ἡ περισσότερη ποίηση δέν νοιάζεται γιά τόν περισσότερο κόσμο. Δέν εἶμαι σίγουρος ὅτι ἡ ποίηση ἔχει καθῆκον νά μπαίνει στή ζωή τῶν ἀνθρώπων, νά τούς χαϊδεύει καθησυχαστικά τό χεράκι καί νά τούς λέει ὅτι ξέρει πῶς νιώθουν. Ὅσον ἀφορᾶ τήν τραγωδία, τό καλύτερο εἶναι νά μή συμπεριφερόμαστε μέ συγκατάβαση στά θύματα. Ἡ ποίηση δέν εἶναι κοινωνική ὑπηρεσία: τά λαϊκά τραγούδια καί τά λειτουργικά εἶναι οἱ μορφές πού προσεγγίζουν περισσότερο αὐτή τή λειτουργία. Τό καθῆκον τῆς ποίησης εἶναι νά λέει ὅσο καλύτερα μπορεῖ τήν ἀλήθεια γι’ αὐτό μέ τό ὁποῖο τυγχάνει νά ἀσχολεῖται. Ἔπειτα πρέπει νά ἐμπιστευτεῖ τόν ἀναγνώστη καί νά ὑποθέσει ὅτι ὁ ἀναγνώστης εἶναι πιό βαθύς, πιό παράξενος καί πιό σοφός ἀπό ὅσο γνωρίζει ὁ ποιητής.
Ἡ δημοφιλία τῆς ποίησης εἶναι θέμα τῶν λογιστῶν καί τῶν δημοσιογράφων.
Πιστεύω –τί ἄλλο μπορῶ νά κάνω;– ὅτι ἕνα θαυμάσιο ποίημα εἶναι ἴδιο εἴτε τό διαβάσουν ἑφτά εἴτε ἑβδομήντα χιλιάδες. Πιστεύω ἐπίσης –καί πρέπει νά πιστεύω– ὅτι τό ποίημα δέν εἶναι ἁπλῶς μιά μηχανή πού μπορεῖ νά θυμηθεῖ τόν ἑαυτό της, ἀλλά κάτι σφηνωμένο στή γλώσσα πού κλειδώνει τό φῶς τῆς στιγμῆς του, τοῦ πόθου, τῆς ἀπώλειας, τῆς ἀπόλαυσης καί τοῦ βάθους του, μέσα σέ κάτι κρυσταλλικό πού μοιάζει μέ στηθαῖο.
Ἕνας ἀπό τούς θριάμβους τῆς ποίησης εἶναι ἡ δυνατότητά της νά μᾶς πείθει, ἐνῶ βρισκόμαστε ἐνώπιόν της, ὅτι ἡ γλώσσα καί ἡ ἐμπειρία ἀποτελοῦν μέρη ἑνός ὅλου• ὅτι, γιά νά ἐπιστρέψω στό Lost in Translation τῆς Εὔας Χόφμαν, τό σημαῖνον καί τό σημαινόμενο εἶναι φευγαλέα, θριαμβευτικά, παρηγορητικά συνδεδεμένα. Δέν μᾶς λέει ὅτι ὅλα θά πᾶνε καλά, οὔτε κάν ὅτι θά νιώσει κανείς πολύ καλύτερα μόλις πιεῖ τό χάπι τοῦ ποιήματος. Δέν ὑπάρχουν ἐγγυήσεις. Δέν προσφέρει τέτοιου εἴδους κλείσιμο. Στό κάτω κάτω, εἶναι μόνο λόγια.

Ἕνας θεός ξέρει ποῦ πᾶνε οἱ λέξεις.
Χοῦς εἰς χοῦν.
Ἀρέσουν στόν ποιητή καί δέν τίς ἐμπιστεύεται.
Κάποιος πρέπει νά τό κάνει.

Μέσα ἀπό τή συμπάθεια καί τήν ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης –ὅπως ὁ λεπτός πάγος πάνω στόν ὁποῖο πατινάρει ἀρέσει στόν πατινέρ, ἀλλά δέν τόν ἐμπιστεύεται– ὁ ποιητής μέ κάποιον τρόπο δημιουργεῖ τήν αἴσθηση ὅτι καθαρίζει τή γλώσσα τῆς φυλῆς, ἤ ὅτι εἶναι ἕνα εἶδος νομοθέτη, ἔστω καί στό βαθμό πού ὁ καθαρισμός μπορεῖ νά κάνει ἀκόμα καί τίς λέξεις τῶν νόμων πιό χειροπιαστές. Ἡ μεταλλική κλαγγή τῶν βράχων περικλείει τήν ἔνταση ἀνάμεσα στήν ἀγαλλίαση καί τή μελαγχολία τοῦ Γουόρντσγουορθ• τό πέρασμα μπροστά ἀπό τόν Καθεδρικό τοῦ Ἦλυ μετά ἀπό ὅλη αὐτή τήν «ἀκούραστη τακτικότητα πού ἔχει τό ἐκρεμμές τοῦ ρολογιοῦ» στή Φιλίππα Πήρς περικλείει τήν ἀδύνατη συνάντηση τοῦ παρελθόντος μέ τό παρόν.
Ὁ Ὦντεν, λίγο πρίν πεθάνει, ἔδωσε μιά συνέντευξη στόν Ρόμπερτ Κῆ, ὅπου ρωτήθηκε τί διάβαζε. Χάρντυ, ἀποκρίθηκε. Τά ποιήματα; τόν ρώτησε ὁ Κῆ. Ὄχι, τά μυθιστορήματα, εἶπε ὁ Ὦντεν, τά «Τές καί Τζούντ». Μά δέν τά βρίσκετε καταθλιπτικά; τόν πίεσε ὁ Κῆ. Ὄχι, τοῦ ἀπάντησε. Αὐτά εἶναι ἡ χαρά.
Παράξενη χαρά, ἴσως. Αὐτή πρέπει νά εἶναι, πιστεύω, ἡ χαρά γιά τήν ὁποία μιλοῦσε ἡ Ἄλισον Κρόγκον: ἀνεξήγητη, ἀβάσταχτη, ἐλαφριά. Αὐτό εἶναι τό εἶδος τῆς χαρᾶς τό ὁποῖο μποροῦμε δικαιολογημένα νά ἀναζητήσουμε στά ποιήματα. Ἀπό κάτω περιμένει ὁ θάνατος μέ τίς μηχανές ἀναμμένες καί ἀπό πάνω βρίσκεται ὁ λεπτός πάγος πάνω στόν ὁποῖο στροβιλιζόμαστε, κάνουμε κύκλους καί τρέχουμε βολίδα μές στό χορό μέ τά τρελά βήματα, τίς ὑπερβολές, τίς μυστικές ἀνατρεπτικές ἡδονές. Ἐπειδή ὁ χορός δέν εἶναι μεγάλο μυστήριο: γιατί εἶναι μέ τόν τρόπο του ἀνόητος, παρορμητικός, ἀνεξήγητος καί παρ’ ὅλα αὐτά κατανοητός ἀπό τόν καθένα, κι ὅσο πιό βαθιά ἡ λίμνη, ὅσο πιό λεπτός ὁ πάγος, ὅσο πιό σκοτεινά εἶναι ἀπό πάνω κι ἀπό κάτω, τόσο πιό παρορμητική, ἀπολαυστική, μελαγχολική καί εὔθυμη γίνεται ἡ παράσταση.